Ιωάννα Τσιαπαρίκου

Οι θεωρίες επιλογής και ανάπτυξης σταδιοδρομίας προσφέρουν στους ερευνητές και τους συμβούλους σταδιοδρομίας πολύτιμες κατευθύνσεις σχετικά με τα πολύπλοκα φαινόμενα που εμπεριέχει μια τέτοια διαδικασία. Η έρευνα και οι θεωρίες αρχίζουν από την αρχή του 20ου αιώνα (Parsons, 1909) και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Σήμερα, οι θεωρίες χαρακτηριστικών και παραγόντων, ιδιαίτερη αυτή του Holland έχει τη μεγαλύτερη επίδραση, πιθανόν λόγω της ευκολίας εφαρμογής της. Παρ’ όλα αυτά αυξάνεται συνεχώς το ενδιαφέρον για τις θεωρίες μάθησης καθώς και για τις constructivists θεωρίες.

Ψυχολογικές θεωρίες

α) Θεωρίες Αναγκών

Η Θεωρία της Anne Roe

Σύμφωνα με τη θεωρία αναγκών της Roe, τα κληρονομικά χαρακτηριστικά κάθε ατόμου σε συνδυασμό με τις εμπειρίες που αποκτά κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων καθορίζουν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.

Η αναθεωρημένη εκδοχή της θεωρίας αυτής (Roe & Siegelman, 1964) χρησιμοποιεί τρία κύρια στοιχεία: α) θεωρίες προσωπικότητας (Murphy, 1947) που επεξηγούν τον τρόπο με τον οποίο η ψυχική ενέργεια του κάθε ατόμου διοχετεύεται προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Βασική παραδοχή της θεωρίας είναι ότι οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας συσχετίζονται άμεσα με τις μετέπειτα επαγγελματικές επιλογές, β) η θεωρία των αναγκών του Maslow (1954) και γ) η καθοριστική σημασία των γενετικών επιρροών στις αποφάσεις επαγγελματικών επιλογών όσο και στην ανάπτυξη της ιεράρχησης των αναγκών.

Ο συνδυασμός των γενετικών παραγόντων και της ιεράρχησης των αναγκών επηρεάζουν τις επαγγελματικές επιλογές. Διαφορές στην επαγγελματική ανέλιξη ατόμων με όμοια γενετικά χαρακτηριστικά επεξηγούνται ως αποτέλεσμα διαφορών στην ανάπτυξη ικανών κινήτρων, τα οποία με τη σειρά τους αποδίδονται σε διαφορετικά είδη εμπειριών στην παιδική ηλικία.

Η επίδραση των παιδικών εμπειριών στη διαμόρφωση των αναγκών του ατόμου εμπεριέχονται στις εξής τρεις προτάσεις της Roe: α) οι ανάγκες που κατά την παιδική ηλικία ικανοποιούνται από τους γονείς κανονικά, δε μετατρέπονται σε κίνητρα, β) αν ανάγκες χαμηλού επιπέδου, σύμφωνα με την κλίμακα του Maslow, δεν ικανοποιούνται κανονικά, παρεμποδίζουν την εμφάνιση αναγκών στο ανώτερο επίπεδο, και γ) ανάγκες που δεν ικανοποιούνται κανονικά, κατά την παιδική ηλικία, μετατρέπονται σε κίνητρα και η ικανοποίησή τους γίνεται σκοπός για το άτομο. (Δημητρόπουλος, 1999).

Ευνόητο είναι ότι κύριος υπεύθυνος για το βαθμό ικανοποίησης των αναγκών κατά την παιδική ηλικία είναι οι γονείς. Κατά συνέπεια, η Roe  προτείνει ότι οι πρακτικές ανατροφής των παιδιών συσχετίζονται άμεσα με το είδος των αναγκών που ικανοποιούνται, με το βαθμό αλλά και την πιθανή καθυστέρηση στην ικανοποίησή τους.

Η παρούσα θεωρία διαχωρίζει τους τύπους ψυχολογικής συμπεριφοράς των γονέων σε τρεις: α) γονείς υπερπροστατευτικοί είτε γονείς με αυξημένες απαιτήσεις από τα παιδιά, β) γονείς με συμπεριφορά αδιαφορίας ή αποφυγής του παιδιού, που είτε αμελούν τις φυσικές ανάγκες του παιδιού είτε, ακόμη πιο σημαντικό, απορρίπτουν συναισθηματικά το παιδί και γ) γονείς με συμπεριφορά παραδοχής του παιδιού.

Η ψυχολογική συμπεριφορά των γονέων και η απορρέουσα ικανοποίηση των αναγκών του παιδιού διαμορφώνει συγκεκριμένους τύπους προσωπικότητας, οι οποίοι στη συνέχεια αντικατοπτρίζονται σε συγκεκριμένες επαγγελματικές επιλογές και συμπεριφορές. Παραδείγματος χάρη, άτομα που απασχολούνται σε επαγγέλματα κοινωνικά, εκπαιδευτικά, δημοσίων σχέσεων προέρχονται από οικογένειες που επέδειξαν συμπεριφορά παραδοχής και αγάπης. Το επίπεδο όμως επαγγελματικής δραστηριότητας, κατά την Roe σχετίζεται άμεσα με γενετικά χαρακτηριστικά. Με αυτόν τον τρόπο εξηγούνται οι ατομικές διαφορές σε επαγγελματικό τομέα και επίπεδο. Η επιλογή του επαγγέλματος είναι αποτέλεσμα συγκερασμού της ψυχολογικής συμπεριφοράς των γονέων, της ικανοποίησης των αναγκών και γενετικών παραγόντων.

Η θεωρία της Roe παρουσιάζει αρκετές αδυναμίες και δομικά προβλήματα. Για παράδειγμα, η επιρροή των γονέων στην ιεράρχηση των αναγκών και κατά συνέπεια στην επιλογή του επαγγέλματος περιέχει αρκετές ασάφειες και δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί εμπειρικά από τους ερευνητές. Όλοι οι επιστήμονες προέρχονται από οικογένειες που δίνουν λιγότερη έμφαση στις διαπροσωπικές σχέσεις; Τα ευρήματα της έρευνας (Roe & Siegelman, 1964) αποδεικνύουν ότι οι άντρες μηχανικοί ακολούθησαν περισσότερο τη φυσική τους κλίση και επηρεάστηκαν λιγότερο από τη συμπεριφορά των γονέων τους (Osipow, Fitzgerald, 1996).

Παρότι η θεωρία της Roe δεν έχει ιδιαίτερη επιρροή στη σύγχρονη έρευνα ανάπτυξης σταδιοδρομίας, συνεχίζει να ασκεί επίδραση υπό την έννοια ότι όλες οι νεότερες θεωρίες αναγνωρίζουν και ενστερνίζονται το σημαντικό ρόλο των γονέων και των ψυχολογικών αναγκών στην επαγγελματική επιλογή και συμπεριφορά.

β) Ψυχοδυναμικές θεωρίες

Μία ακόμη κατηγορία θεωριών με μεγάλη επίδραση στην έρευνα για την ανάπτυξη σταδιοδρομίας αποτελούν οι ψυχαναλυτικές και ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις. Άλλωστε ακόμη και ο ίδιος ο Freud ισχυριζόταν (Erikson, 1950) ότι η σημαντικότερη ένδειξη ψυχικής υγείας είναι η ικανότητα του ατόμου (να αγαπά) και να εργάζεται αποτελεσματικά, τονίζοντας τον θεμελιωτικό ρόλο της εργασίας στην ψυχαναλυτική προσέγγιση της προσωπικότητας.

Θεμελιώδης αρχή της Ψυχανάλυσης αποτελεί το σκεπτικό ότι κάθε δημιουργική εκδήλωση, όπως είναι η επαγγελματική δραστηριότητα δεν είναι παρά εκδήλωση «μετουσίωσης» απωθημένων επιθυμιών και ενστίκτων σε κοινωνικά παραδεκτές μορφές συμπεριφοράς. Καθοριστικό ρόλο στις ψυχαναλυτικές απόψεις περί επιλογής επαγγέλματος διαδραματίζουν επίσης α) οι αρχές της ευχαρίστησης/ικανοποίησης και της πραγματικότητας και β) ο μηχανισμός της ταύτισης (Δημητρόπουλος, 1999).

Ο Brill (1949), ένας από τους αναλυτές που ερεύνησαν σε βάθος θέματα επιλογής επαγγέλματος. Ανέπτυξε τη θεωρία του βασιζόμενος στην αρχή ότι η επαγγελματική επιλογή αποτελεί συνδυασμό της ευχαρίστησης και της πραγματικότητας, στα πλαίσια των υπαρκτών κοινωνικών περιορισμών.

Η πιο φιλόδοξη προσπάθεια ορισμού της διαδικασίας της ανάπτυξης σταδιοδρομίας, στα πλαίσια των ψυχαναλυτικών αρχών, είναι η πρόταση των Bordin, Nachmann & Segal (1963). Οι Bordin κ.ά. θεωρούν ότι τα πρώτα έξι χρόνια ζωής του ατόμου είναι καθοριστικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των αναγκών και κατ’ επέκταση στη μετέπειτα εκλογή επαγγέλματος. Επισημαίνεται ότι οι αποφάσεις που αφορούν την επαγγελματική σταδιοδρομία αντανακλούν τις προσπάθειες του ατόμου να καταλήξει στη χρυσή τομή μεταξύ προσωπικότητας (εαυτού) και εργασίας. Συνεπώς τα άτομα που παρουσιάζουν δυσκολίες στην αποδοχή του εαυτού τους παρουσιάζουν και ανάλογες δυσκολίες στη λήψη επαγγελματικών αποφάσεων.

Το σοβαρότερο μειονέκτημα των ψυχαναλυτικών θεωριών είναι ότι θεωρούν την επιλογή επαγγέλματος ως εκδήλωση προσωπικών τάσεων, λαμβάνοντας ως δεδομένη την ελευθερία επιλογής, ανεξάρτητα από εξωτερικούς παράγοντες, ιδίως οικονομικούς.

γ) Η Τυπολογική Θεωρία του Holland

Η Θεωρία του Holland (Holland, 1959, 1962, 1963α, 1963β, 1963γ, 1963δ, 1966α, 1966β, 1968, 1972, 1973, 1985, 1987, 1997)  υιοθετεί την υπόθεση ότι οι επιλογές σταδιοδρομίας αποτελούν προέκταση της προσωπικότητας και προϋποθέτουν προσπάθεια ένταξης ευρέων τύπων ατομικής συμπεριφοράς σε συγκεκριμένα επαγγελματικά πλαίσια.

Οι βασικές υποθέσεις της θεωρίας αυτής αναλύονται ως εξής:

  1. Η προσωπικότητα του ατόμου είναι ο κυρίαρχος παράγοντας στην επιλογή επαγγέλματος.
  2. Τα τεστ ενδιαφερόντων αποτελούν ουσιαστικά τεστ προσωπικότητας.
  3. Τα στερεότυπα που υιοθετούνται από τα άτομα σχετικά με τα διάφορα επαγγέλματα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην εκλογή σταδιοδρομίας.
  4. Η αυτογνωσία και η ξεκάθαρη αντίληψη του ατόμου σχετικά με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, τις ικανότητές του και τους στόχους του συσχετίζεται άμεσα με την επιλογή ενός περιορισμένου αριθμού εστιασμένων επαγγελματικών στόχων.
  5. Τα μέλη ενός επαγγέλματος έχουν όμοιες προσωπικότητες και παρόμοια προσωπική εξέλιξη και αντιδρούν επομένως σε πολλές καταστάσεις με παρόμοιο τρόπο.
  6. Η επαγγελματική επιτυχία και ικανοποίηση είναι άμεση απόρροια της εκλογής επαγγέλματος που να συνάδει με την προσωπικότητα του κάθε ατόμου.

Ο Holland κατατάσσει τα επαγγέλματα σε έξι μεγάλες κατηγορίες επαγγελματικού περιβάλλοντος: το ρεαλιστικό-πρακτικό, το διανοητικό, το κοινωνικό, το συμβατικό, το επιχειρηματικό και το καλλιτεχνικό. Σε καθεμιά από αυτές της κατηγορίες αντιστοιχεί και ένας τύπος προσωπικότητας.

Η προσωπικότητα αναπτύσσεται ως αποτέλεσμα συνδυασμού και αμφίδρομης δράσης των κληρονομικών χαρακτηριστικών , των δραστηριοτήτων στις οποίες κάθε άτομο εκτίθεται και των ενδιαφερόντων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων που προκύπτουν από αυτές της δραστηριότητες (Holland, 1997).

Σύμφωνα με τη θεωρία του Holland, οι ανθρώπινες προσωπικότητες διακρίνονται στους παρακάτω έξι τύπους:

Στο ρεαλιστικό-πρακτικό τύπο (Realistic) που χαρακτηρίζεται από επιθετική συμπεριφορά, κλίνει προς δραστηριότητες που απαιτούν μηχανικές δεξιότητες και φυσική δύναμη. Τα άτομα αυτά προτιμούν ρεαλιστικές και πρακτικές ασχολίες, χρησιμοποιούν πρακτικούς τρόπους επίλυσης των προβλημάτων, αποφεύγουν δραστηριότητες που απαιτούν υποκειμενικότητα, διανόηση, καλλιτεχνική έκφραση ή κοινωνικές ικανότητες. Περιγράφονται ως υλιστές, συναισθηματικά σταθεροί, μη κοινωνικοί, πρακτικοί τύποι. Προτιμούν αγροτικά, τεχνικά, μηχανικά και γενικά επαγγέλματα θετικής κατεύθυνσης.

Στο διανοητικό-ερευνητικό τύπο (Investigative) ανήκουν άτομα που χρησιμοποιούν την ευφυΐα, παράγουν και χειρίζονται ιδέες, λέξεις, σύμβολα. Προτιμούν επιστημονικά επαγγέλματα, θεωρητικές εργασίες, διάβασμα, συλλογές, άλγεβρα, ξένες γλώσσες. Είναι εσωστρεφείς, αποφεύγουν τις κοινωνικές σχέσεις, είναι επίμονοι και σχολαστικοί. Διακρίνονται κυρίως σε ακαδημαϊκούς και επιστημονικούς χώρους και συνήθως δεν έχουν ηγετικές ικανότητες.

Στον κοινωνικό τύπο (Social) ανήκουν άτομα με επιβεβαιωμένες ικανότητες στο χειρισμό και την επαφή με άλλους. Έχουν κοινωνικές δεξιότητες και την ανάγκη για κοινωνική συναναστροφή. Προτιμούν εκπαιδευτικά, θεραπευτικά, και θρησκευτικά επαγγέλματα και δραστηριότητες που σχετίζονται με την πολιτική, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις δημόσιες σχέσεις, ενώ αποστρέφονται τις συστηματικές δραστηριότητες ή εκείνες που απαιτούν χειρονακτική χρήση μηχανών ή εργαλείων.

Στο συμβατικό τύπο (Conventional) ανήκουν άτομα που ακολουθούν δραστηριότητες κοινωνικά αποδεκτές. Η προσέγγιση τους στα προβλήματα είναι στερεοτυπική, ακριβής και όχι πρωτότυπη. Αγαπούν την τάξη, την συστηματική τήρηση αρχείων ή υλικών και αποστρέφονται τις ελεύθερες, ασυστηματοποίητες δραστηριότητες. Προσανατολίζονται κυρίως σε υπαλληλικά επαγγέλματα.

Στον επιχειρηματικό τύπο (Enterprising) ανήκουν άτομα παρορμητικά, ενθουσιώδη, περιπετειώδη, με τάσεις κυριαρχίας. Χαρακτηρίζονται ως εξωστρεφείς, επιθετικοί, πειστικοί, με ισχυρή αυτό-αποδοχή και αυτοπεποίθηση, δημοφιλείς, ομιλητικοί. Στρέφονται κυρίως προς ηγετικές θέσεις σε οργανισμούς και επιχειρήσεις και προτιμούν δραστηριότητες που ικανοποιούν τις ανάγκες τους για κυριαρχία, αναγνώριση, επιβολή και δύναμη.

Στον καλλιτεχνικό τύπο (Artistic) εντάσσονται άτομα που εκφράζονται και κοινωνικοποιούνται μέσω της καλλιτεχνικής έκφρασης. Κλίνουν προς απρογραμμάτιστες, ελεύθερες, αδέσμευτες, αισθητικές δραστηριότητες. Στρέφονται στη γλώσσα, τη μουσική, το δράμα, τη συγγραφή, τις τέχνες και γενικά δημιουργικές δραστηριότητες.

Οι έξι τύποι προσωπικότητας απεικονίζονται στο εξάγωνο του Holland (σχ.1). Οι τύποι που βρίσκονται σε γειτονικές κορυφές σχετίζονται περισσότερο μεταξύ τους παρά με τύπους που βρίσκονται σε κορυφές που δε γειτνιάζουν μεταξύ τους ή έχουν διαμετρικά αντίθετη θέση. Οι τύποι προσωπικότητας δεν είναι πάντοτε ξεκάθαροι και αμιγείς, καθώς είναι δυνατό να υπάρχει συνδυασμός τύπων (π.χ. Συμβατικός – Επιχειρηματικός – Ρεαλιστικός). Ένας σύνθετος τύπος πρέπει να αναζητήσει ένα αντίστοιχο σύνθετο περιβάλλον.

Ο Holland κατασκεύασε δυο όργανα μέτρησης που σχετίζονται με τη θεωρία του. Το πρώτο είναι το VPI (Vocational Preference Inventory – Ευρετήριο Επαγγελματικών Προτιμήσεων), το οποίο περιέχει έξι κλίμακες που αντιστοιχούν στους έξι τύπους προσωπικότητας και πέντε επιπλέον κλίμακες: Αυτοέλεγχος, Αρρενωπότητα, Κοινωνική Θέση, Ασυχνότητα και Συμφωνία. Το δεύτερο είναι το SDS (Self-Directed Search – Αυτοκατευθυνόμενη Έρευνα), που βαθμολογείται από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο.

Ο ίδιος ο Holland (1978), συνοψίζοντας τα ισχυρά σημεία και τις αδυναμίες της θεωρίας του, βρίσκει ότι έχει σαφήνεια, συνέπεια, έχει επιβεβαιωθεί από πολυάριθμες έρευνες και από την πρακτική της χορήγησης της επαγγελματικής οδηγητικής, αλλά δεν έχει δοκιμαστεί με τρόπο αδιαμφισβήτητο ούτε μπορεί να θεωρηθεί σφαιρική και με καθολική ισχύ.

Σύμφωνα με τον Osipow (1983), η θεωρία έχει ελεγχθεί και υποστηριχτεί σε ικανοποιητικό βαθμό από τις εμπειρικές έρευνες. Οι επιφυλάξεις του εντοπίζονται όμως σε δύο σημεία:

α) Όπως συμβαίνει και με όλες τις θεωρίες που στηρίζονται στο ταίριασμα χαρακτηριστικών του ατόμου και του περιβάλλοντος, στη θεωρία του Holland δε λαμβάνεται υπόψη ότι το ίδιο το άτομο αλλάζει και μάλιστα πολλές φορές αλλάζει και το ίδιο του το περιβάλλον. Η θεωρία του Holland, αντίθετα, βασίζεται σε μια υποτιθέμενη σταθερότητα και διάρκεια των χαρακτηριστικών του ατόμου.

β) Η θεωρία δεν ερμηνεύει επαρκώς πώς ακριβώς επιτελείται η διαμόρφωση των τύπων της προσωπικότητας.

Το γεγονός ότι το άτομο έχει ένα συγκεκριμένο τύπο προσωπικότητας που ταιριάζει σε ένα ορισμένο περιβάλλον έχει βρεθεί να ισχύει, ερευνητικά, σε μεγάλο βαθμό. Παραμένει όμως ακόμη αδιευκρίνιστο σε ποιο βαθμό η τυπολογία αυτή είναι προϊόν μεταγενέστερων εμπειριών και μάθησης, πέραν αυτών της πρώτης παιδικής ηλικίας, και σε ποιο βαθμό αυτό δεν αποτελεί μια διαδικασία που συνεχίζεται σε όλη τη ζωή του ατόμου.

Θεωρία εργασιακής προσαρμογής (Theory of Work AdjustmentTWA)

Οι Lofquist & Dawis διαμόρφωσαν το μοντέλο εργασιακής προσαρμογής (TWA), στο Πανεπιστήμιο της Minnesota, αναπτύσσοντας μια προσέγγιση στο θέμα της εργασιακής ικανοποίησης και προσαρμογής. Η προσέγγισή τους αποτελεί μια προσεκτικά διαμορφωμένη θεωρία, προσανατολισμένη στο ύφος των θεωριών χαρακτηριστικών και παραγόντων. Η θεωρία τους παρουσιάστηκε σε μια σειρά εκδόσεων (Dawis, 1996 – Dawis, England, & Lofquist, 1964 – Dawis & Lofquist, 1984 – Lofquist & Dawis, 1991).

Η βασική υπόθεση που προτείνεται είναι ότι τα άτομα έχουν δύο είδη αναγκών: τις βιολογικές, όπως την ανάγκη για τροφή και τις ψυχολογικές, όπως η ανάγκη για κοινωνική αποδοχή. Αυτές οι ανάγκες προκαλούν αντίστοιχες συμπεριφορές επαγγελματικής επιλογής. Όταν οι συμπεριφορές αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την ικανοποίηση των αναγκών ανατροφοδοτούνται και ενισχύονται.

Μια ακόμη υπόθεση που υποστηρίζεται, είναι ότι τα εργασιακά περιβάλλοντα έχουν απαιτήσεις ανάλογες με τις ανάγκες των ατόμων. Ταυτόχρονα, τα άτομα και τα εργασιακά περιβάλλοντα αναπτύσσουν μηχανισμούς ικανοποίησης των αναγκών τους. Όταν οι ανάγκες ενός ατόμου ικανοποιούνται στο πλαίσιο ενός εργασιακού περιβάλλοντος και όταν ταυτόχρονα οι ανάγκες του εργασιακού περιβάλλοντος ικανοποιούνται από το άτομο, τότε υπάρχει αντιστοίχηση και ισορροπία.

Σημαντικές έννοιες στη θεωρία αυτή είναι η εργασιακή προσωπικότητα  και το εργασιακό περιβάλλον. Η εργασιακή προσωπικότητα εκφράζεται με τις ικανότητες, τις επαγγελματικές ανάγκες και τον τύπο της προσωπικότητας. Το εργασιακό περιβάλλον εκφράζεται με τις απαιτούμενες ικανότητες, με τις απαιτήσεις και τα εργασιακά ενισχυτικά στοιχεία (πηγές εργασιακής ικανοποίησης).

Υπάρχουν διάφοροι τύποι εργασιακής προσαρμογής. Η ευελιξία (ανεκτικότητα) στην έλλειψη αντιστοίχησης, η επιμονή (πόσο μπορεί να μείνει σε ένα περιβάλλον χωρίς αντιστοίχιση), η αντίδραση (πόσο μπορεί να διαφοροποιήσει τη δική του προσωπικότητα όταν λείπει η αντιστοίχηση), και η δραστηριοποίηση (πόσο θα προσπαθήσει να αλλάξει το περιβάλλον όταν λείπει η αντιστοίχιση).

Η θεωρία της εργασιακής προσαρμογής είναι μια από τις πιο προσεκτικά δομημένες θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης και επιλογής, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στην πρακτική, πιθανότατα λόγω της ύπαρξης της θεωρίας του Holland, με την οποία ταυτίζεται σε πολλά σημεία.

Εξελικτικές Θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης

Η Θεωρία των Ginzberg, Ginsburg, Axelrad και Herma

Η πρώτη σημαντική εξελικτική θεωρία για την επιλογή επαγγέλματος παρουσιάστηκε από τους Ginzberg, Ginsburg, Axelrad και Herma (1951), μια διεπιστημονική ομάδα (οικονομολόγος, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος και ψυχολόγος) που συστάθηκε ειδικά για να διερευνήσει το θέμα της επαγγελματικής ανάπτυξης.

Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους βασίστηκαν σε εμπειρικά στοιχεία, αλλά και σε ήδη υπάρχοντα ερευνητικά στοιχεία και κατέληξαν σε τέσσερεις τουλάχιστον σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή επαγγέλματος. Ο πρώτος είναι ο παράγοντας της πραγματικότητας (reality factor) και αναφέρεται στις πιέσεις που δέχεται το άτομο προκειμένου να ανταποκριθεί στις επιταγές του περιβάλλοντος σχετικά με τη λήψη επαγγελματικών αποφάσεων. Ο δεύτερος είναι η επίδραση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, με την έννοια της διευκόλυνσης είτε των περιορισμών που θέτει η εκπαίδευση που έχει λάβει το άτομο σε σχέση με τις επαγγελματικές του επιλογές. Τρίτον, οι συναισθηματικοί παράγοντες που εμπλέκονται στον τρόπο με τον οποίο το άτομο ανταποκρίνεται στις πιέσεις του περιβάλλοντος, θεωρήθηκαν ιδιαίτερα σημαντικοί για την επαγγελματική επιλογή. Τέλος, οι ατομικές αξίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς αυτές ικανοποιούνται με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό στα διάφορα επαγγέλματα.

Ο Ginzberg  και οι συνεργάτες του θεώρησαν την επιλογή επαγγέλματος ως μια μη αναστρέψιμη διαδικασία που συμβαίνει σε συγκεκριμένες περιόδους της ζωής του ατόμου και χαρακτηρίζεται από συμβιβασμούς μεταξύ των προσωπικών επιθυμιών και των δυνατοτήτων. Η διαδικασία αυτή χωρίζεται σε τρία μεγάλα στάδια: α) το στάδιο της φαντασίας, β) το στάδιο των δοκιμαστικών επιλογών και γ) το ρεαλιστικό στάδιο.

Το στάδιο της φαντασίας αποτελεί την περίοδο εκείνη για την οποία γνωρίζουμε τα λιγότερα. Σύμφωνα με τον Ginzberg το κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ότι οι επαγγελματικές προτιμήσεις των παιδιών δεν είναι ρεαλιστικές καθώς το παιδί αγνοεί την πραγματικότητα και κυριαρχούνται από την αρχή της ευχαρίστησης.

Το δοκιμαστικό στάδιο χωρίζεται σε τέσσερα υπο-στάδια: α) Ενδιαφέροντα, β) Ικανότητες, γ) Αξίες και δ) Μετάβαση. Συνεπώς τα παιδιά ξεκινούν τις επαγγελματικές τους αναζητήσεις σκεπτόμενα τι θα ήθελαν να κάνουν. Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι κατέχουν κάποιες δεξιότητες σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλους. Μεγαλώνοντας αρχίζουν να ιεραρχούν τις αξίες και τις προτεραιότητές τους και στο στάδιο της μετάβασης αρχίζουν να αξιολογούν το κόστος και της αμοιβές που συνεπάγεται η κάθε κατεύθυνση και μετακινούνται στο Ρεαλιστικό στάδιο.

Η Ρεαλιστική περίοδος χωρίζεται επίσης σε τρία υπό-στάδια: α) Το στάδιο της διερεύνησης, όπου το άτομο διερευνά τις διάφορες ευκαιρίες και εναλλακτικές λύσεις που του παρουσιάζονται, β) το στάδιο της αποκρυστάλλωσης, κατά το οποίο γίνεται μια τελική σύνθεση των δυνάμεων που πιέζουν το άτομο να πάρει αποφάσεις και το άτομο καταλήγει σε κάποια απόφαση και γ) το στάδιο του προσδιορισμού, κατά το οποίο καθορίζεται ο ειδικότερος τομέας εργασίας στο αντικείμενο που έχει ήδη καθοριστεί από προηγούμενες αποφάσεις.

Ο Ginzberg και οι συνεργάτες του δέχτηκαν ότι υπάρχουν ατομικές διαφορές στην εξελικτική αυτή διαδικασία, ανάλογα με τις ικανότητες, το φύλο και την κοινωνική προέλευση του ατόμου. Παρατήρησαν, για παράδειγμα, ότι κατά το δοκιμαστικό στάδιο τα αγόρια που προέρχονταν από στερημένο κοινωνικό περιβάλλον είχαν κατώτερους εκπαιδευτικούς στόχους από αυτούς που είχαν τα παιδιά που προέρχονταν από προνομιούχο κοινωνικό περιβάλλον και ότι το ρεαλιστικό στάδιο εμφανίζονταν πιο γρήγορα στα παιδιά από στερημένο περιβάλλον, που έδειχναν το ίδιο ενδιαφέρον με τα άλλα παιδιά για τη μελλοντική σταδιοδρομία τους, αλλά αντιμετώπιζαν το θέμα των επαγγελματικών τους αποφάσεων πιο παθητικά και δεν έπαιρναν πολλές πρωτοβουλίες για να επηρεάσουν την πορεία της σταδιοδρομίας τους. (Κάντας- Χαντζή, 1991).

Είκοσι χρόνια αργότερα ο Ginzberg (1972) απαντώντας στις κριτικές που διατυπώθηκαν αναθεώρησε ως προς τα τρία βασικά σημεία της αρχικής διατύπωσης της θεωρίας του, τη διαδικασία, τη μη αναστρεψιμότητα και το συμβιβασμό. Υποστήριξε ότι οι επαγγελματικές αποφάσεις λαμβάνουν χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου και δεν περιορίζονται στην εφηβεία και στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής. Η έννοια της μη αναστρεψιμότητας ανακαλείται εν μέρει και γίνεται δεκτό ότι η σταδιοδρομία είναι δυνατόν να επαναπροσδιοριστεί κατά τη διάρκεια της ζωής. Μια τέτοια διαδικασία εμπεριέχει κόστος, κόστος που σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί υπέρ της μη αναστρεψιμότητας της αρχικής επαγγελματικής απόφασης. Επίσης, η έννοια του συμβιβασμού αντικαθίσταται με αυτόν της «βελτιστοποίησης» (optimization), που δηλώνει τη συνεχή αναζήτηση του ατόμου για τον καλύτερο δυνατό συνδυασμό επαγγελματικών προτιμήσεων και διαθεσίμων ευκαιριών.

Η κύρια συνεισφορά του Ginzberg ήταν η παρακίνηση του ενδιαφέροντος για έρευνα πέρα από το συνταίριασμα ατόμου και εργασίας, σύμφωνα με τις θεωρίες «χαρακτηριστικών και παραγόντων», στην εξελικτική διαδικασία της επαγγελματικής επιλογής. Πρωτοστάτησε, επίσης, τη διατύπωση των περιορισμών που επιβάλλει η πραγματικότητα στις επιλογές των ατόμων και τόνισε το ρόλο των αξιών στην εξελικτική πορεία του ατόμου.

Ασφαλώς η θεωρία του Ginzberg έχει ιστορική αξία (τα στάδια φαίνεται ότι ισχύουν σε γενικά πλαίσια και αντικατοπτρίζουν μια ρεαλιστική άποψη της ανάπτυξης του ατόμου) καθώς επηρέασε βαθιά μεταγενέστερους θεωρητικούς της επαγγελματικής ανάπτυξης. Επισημαίνεται ότι η επιρροή της θεωρίας αυτής διαφαίνεται στο έργο των Super (1953), Gottfredson (1981) και  Vondracek, Lerner και Schulenberg (1986).

Η θεωρία αυτή αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για το πώς οι διάφορες θεωρίες αντανακλούν την εποχή κατά την οποία διατυπώθηκαν. Την εποχή που ο Ginzberg και οι συνεργάτες του διατύπωσαν τη θεωρία πιθανόν να ίσχυε η μη αναστρεψιμότητα των αποφάσεων, λόγω των περιορισμένων εκπαιδευτικών επιλογών, των αυστηρών κριτηρίων εισόδου στα πανεπιστήμια ή των οικογενειακών στερεοτύπων. Σήμερα, μεγαλύτεροι άντρες και γυναίκες συνεχίζουν τις σπουδές τους, αλλάζουν με μεγαλύτερη ευκολία επάγγελμα  αρκετές φορές στη ζωή τους και άλλα οικογενειακά και κοινωνικά δεδομένα επιτρέπουν μεγαλύτερες αλλαγές ζωής και κατά συνέπεια επαγγέλματος από τη δεκαετία του 1950.

Η εξελικτική θεωρία του Tiedeman

Ακόμα μια παλαιότερη εξελικτική θεωρία διατυπώθηκε από τους Tiedeman & O’ Hara (1963). Επηρεασμένοι από ερευνητές της εξελικτικής θεωρίας όπως ο Ginzberg και ο Super, δημιούργησαν μια πιο πολύπλοκη και για τούτο και πιο ρεαλιστική εκδοχή της εξελικτικής θεωρίας. Η προσέγγισή τους τονίζει το ρόλο της αυτό-αντίληψης κατά τη διάρκεια των σταδίων ανάπτυξης και περιλαμβάνει πιο πολύπλοκες και επεξεργασμένες έννοιες σχετικά με την ανάπτυξη σταδιοδρομίας.

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή η επαγγελματική επιλογή ακολουθεί ορισμένα στάδια. Το πρώτο στάδιο, το στάδιο της Προσμονής (Anticipation) ή Προετοιμασίας (Preoccupation), το στάδιο της Υλοποίησης (Implementation) και το στάδιο της προσαρμογής (Adjustement). Οι περίοδοι αυτοί χωρίζονται σε μικρότερα στάδια: διερεύνηση, αποκρυστάλλωση, επιλογή, αποσαφήνιση, εισαγωγή, αναμόρφωση και ολοκλήρωση. Η παραπάνω ακολουθία χαρακτηρίζεται από ανοργάνωτες σκέψεις σχετικά με τους επαγγελματικούς τομείς, ακολουθούν αρχικές κρίσεις για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα τους. Εν συνεχεία κάποιες προκαταρκτικές αποφάσεις λαμβάνονται, που συνοδεύονται από αμφιβολίες και περαιτέρω ανάπτυξη των αποφάσεων. Το άτομο εισάγεται σε κάποια επαγγελματική ομάδα και ταυτίζεται πλήρως με τους σκοπούς της ομάδας αυτής, στη συνέχεια αρχίζει να αμφισβητεί αυτούς τους σκοπούς και προσπαθεί να αναμορφώσει εν μέρει την ομάδα. Τέλος, στη φάση της ολοκλήρωσης το άτομο φαίνεται να επιλύει τις αντιθέσεις μεταξύ της ατομικότητάς του και των απαιτήσεων της επαγγελματικής ομάδας και καταφέρνει να ισορροπεί αυτά τα δύο.

Όλη η παραπάνω διαδικασία εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προσπάθειας του ατόμου να διαμορφώσει ένα επαγγελματικό «εγώ».

Το έργο των Tiedeman και O’Hara γεφυρώνει κατά κάποιο τρόπο τις θεωρίες ανάπτυξης των Ginzberg και Super. Όλοι αυτοί οι ερευνητές συμφωνούν στο ότι η ανάπτυξη σταδιοδρομίας αποτελεί μια μορφή γενικότερης ανάπτυξης και εξέλιξης, με την έννοια ότι υπάρχει διάδραση μεταξύ αυτό-αντίληψης και επαγγελματικής απόφασης. Επιπλέον, προτείνεται ότι τα άτομα με ελλειπή αυτό-αξιολόγηση τείνουν να λαμβάνουν ακατάλληλες ή ανεπαρκείς επαγγελματικές αποφάσεις. Τέλος, οι παραπάνω συγγραφείς υιοθετούν την άποψη ότι η ικανότητα και το κίνητρο για ρεαλιστική αυτό-αξιολόγηση βελτιώνεται μέσω της μόρφωσης και της συμβουλευτικής. Η θεωρία του Tiedeman είναι αρκετά περίπλοκη και συχνά δυσνόητη. Συνδέεται περισσότερο με έννοιες και ερωτήματα φιλοσοφικού και υπαρξιακού περιεχομένου παρά με την ανάπτυξη σταδιοδρομίας και η αξία της φαίνεται να έγκειται στον τρόπο που επηρέασε μεταγενέστερες θεωρίες.

Η εξελικτική θεωρία του Super –Η αυτοαντίληψη

Ο Super έχει μελετήσει το θέμα της ανάπτυξης σταδιοδρομίας και έχει επηρεάσει τις σχετικές θεωρίες πιθανότατα όσο κανένας άλλος ερευνητής.

Η θεωρία του Super (1953) φαίνεται να επηρεάστηκε από προηγούμενες θεωρίες, όπως είναι τα εξελικτικά στάδια της Αυστριακής Charlotte Buehler, οι απόψεις του Bordin (1943) για την αυτοαντίληψη και των κοινωνιολόγων Miller και Form (1951) για τα πρότυπα σταδιοδρομίας (career patterns).

Κατά δηλώσεις του ίδιου του Super, η θεωρία του αποτελείται από «κομμάτια» σχετικών υποθέσεων, από τα οποία ελπίζει ότι θα ανακύψει μια ολοκληρωμένη θεωρία. Στην αρχική μορφή της θεωρίας του, ο Super παρουσίασε δέκα προτάσεις-θέσεις (1953), οι οποίες στη συνέχεια έγιναν δώδεκα (Super και Bachrach, 1957) και το 1990 επεκτάθηκαν στις δεκατέσσερις.

  1. Όλοι οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές ικανότητες και ξεχωριστές προσωπικότητες, ανάγκες, αξίες, ενδιαφέροντα, χαρακτηριστικά και αυτό-αντίληψη. Παρότι οι περισσότεροι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους σε πολλά χαρακτηριστικά, η μοναδικότητα κάθε ατόμου είναι προφανής και ευρέως αποδεκτή.
  2. Με βάση τα χαρακτηριστικά αυτά ο κάθε άνθρωπος έχει τα προσόντα για έναν αριθμό επαγγελμάτων. Το εύρος των ικανοτήτων και των χαρακτηριστικών της κάθε προσωπικότητας είναι τόσο πλατύ , που κάθε άτομο διαθέτει τα προαπαιτούμενα για να επιτύχει σε ένα αντίστοιχο εύρος επαγγελμάτων. Τα επαγγέλματα που απαιτούν εξειδικευμένες ικανότητες, δεξιότητες ή χαρακτηριστικά είναι περιορισμένα.
  3. Καθένα απ’ αυτά τα επαγγέλματα απαιτεί ένα χαρακτηριστικό πλέγμα ικανοτήτων, ενδιαφερόντων και χαρακτηριστικών προσωπικότητας, αλλά υπάρχει αρκετή ελαστικότητα, ώστε κάθε άτομο να αντιστοιχεί σε μια ποικιλία επαγγελματικών ενασχολήσεων και σε κάθε επάγγελμα μια ποικιλία ατόμων.
  4. Οι επαγγελματικές προτιμήσεις και ικανότητες, οι καταστάσεις μέσα στις οποίες οι άνθρωποι ζουν και εργάζονται και η αυτοεικόνα τους, αλλάζουν με το χρόνο και την πείρα (αν και οι αυτοαντιλήψεις σε γενικές γραμμές έχουν σχετική σταθερότητα από τα τελευταία χρόνια της εφηβείας μέχρι την ωριμότητα) κάνοντας με τον τρόπο αυτό την επιλογή και την προσαρμογή μια συνεχιζόμενη διαδικασία.
  5. Αυτή η διαδικασία αλλαγής μπορεί να συνοψιστεί σε μια σειρά από «περιόδους ζωής» ή «μείζονες κύκλους» (amaxicycle”), που χαρακτηρίζονται ως μια ακολουθία Ανάπτυξης, Διερεύνησης, Κατασταλάγματος (Establishment), Συντήρησης και Παρακμής. Επιπλέον, το στάδιο της Διερεύνησης μπορεί να χωριστεί στα υπο-στάδια α) της φαντασίας, β) στο δοκιμαστικό στάδιο και γ) στο ρεαλιστικό στάδιο, ενώ το στάδιο του Κατασταλάγματος χωρίζεται α) στη φάση της δοκιμής και β) στη φάση της Σταθερότητας. Ένας μικρότερος κύκλος εμφανίζεται κατά τις μεταβατικές περιόδους από το ένα στάδιο στο επόμενο ή κάθε φορά που μια ασταθής σταδιοδρομία ή μια σταδιοδρομία πολλαπλών δοκιμών αποσταθεροποιείται, πράγμα που συνεπάγεται νέα ανάπτυξη, διερεύνηση και νέο καταστάλαγμα. Οι Murphy και Burck (1976), βασιζόμενοι στα στάδια ζωής του Super, υποστήριξαν ότι η συχνότητα με την οποία οι μεσήλικες αλλάζουν καριέρα καταδεικνύει την ύπαρξη ενός ακόμη σταδίου, αυτό της Ανανέωσης, το οποίο μπορεί να εισαχθεί ανάμεσα στο στάδιο του Κατασταλάγματος και της Συντήρησης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συνήθως ανάμεσα στις ηλικίες των 35 με 45, τα άτομα αναθεωρούν τους αρχικούς τους στόχους και σχέδια και είτε αποφασίζουν να επικεντρωθούν στα αρχικά αυτά σχέδια είτε αποφασίζουν να στραφούν σε νέα καριέρα. 
  6. Η φύση του προτύπου σταδιοδρομίας (career pattern) (δηλαδή το επαγγελματικό επίπεδο που επιτυγχάνει το άτομο, καθώς και η σειρά, η συχνότητα και η διάρκεια των δοκιμαστικών και σταθερών ενασχολήσεων) καθορίζεται από το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο των γονιών του, τις νοητικές του ικανότητες, την εκπαίδευση, τις δεξιότητες, τα ατομικά του χαρακτηριστικά, την επαγγελματική του ωριμότητα καθώς και από τις ευκαιρίες που του δίνονται. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες καθορίζουν τις συμπεριφορές και τη νοοτροπία του κάθε ατόμου. Η επίδραση, όμως, ορισμένων από αυτούς, όπως το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο των γονιών, είναι προφανώς σημαντικότερη από άλλους. Επίσης, οι νοητικές ικανότητες του ατόμου αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για επαγγελματική επιτυχία. Η ικανότητα συνεργασίας είναι επίσης πολύ σημαντική. Ακόμα, το να βρεθείς στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή έχει μεγάλη σημασία. Συχνά πιστεύουμε ότι καθένας μπορεί να επιτύχει το στόχο του εάν προσπαθήσει πολύ σκληρά. Στην πραγματικότητα, βέβαια, υπάρχουν εξωγενείς παράγοντες που θέτουν περιορισμούς, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστούν, παρά μόνο με Ηράκλεια προσπάθεια.
  7. Η επιτυχής ανταπόκριση στις απαιτήσεις του εργασιακού ή άλλου περιβάλλοντος, σε κάθε στάδιο ζωής ή καριέρας εξαρτάται από την ετοιμότητα του ατόμου να ανταποκριθεί στις ανωτέρω απαιτήσεις δηλαδή από την επαγγελματική ωριμότητα). Ο Super περιγράφει την επαγγελματική ωριμότητα ως ένα σύνολο φυσικών, ψυχολογικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών που αντιπροσωπεύει την ετοιμότητα και ικανότητα του ατόμου να ανταπεξέρχεται στα προβλήματα και τις προκλήσεις που προκύπτουν.
  8. Η επαγγελματική ωριμότητα είναι μια υποθετική έννοια. Ο λειτουργικός ορισμός της είναι πιθανόν τόσο δύσκολος να προσδιοριστεί όσο και αυτός της ευφυΐας, με τη διαφορά ότι ιστορικά είναι πολύ νεότερη έννοια και με ακόμη λιγότερο εμπεριστατωμένα αποτελέσματα.
  9. Η εξελικτική πορεία (ανάπτυξη) μέσα σε αυτές τις περιόδους ζωής μπορεί να καθοδηγηθεί εν μέρει με τη διευκόλυνση της διαδικασίας ωρίμανσης των ικανοτήτων και των ενδιαφερόντων και εν μέρει με την υποβοήθηση του ατόμου για δοκιμαστικό έλεγχο της πραγματικότητας και ανάπτυξη της αυτοαντίληψης.
  10. Η διαδικασία επαγγελματικής ανάπτυξης είναι στην ουσία διαδικασία διαμόρφωσης-εξέλιξης και αξιοποίησης της αυτοεικόνας. Είναι μια διαδικασία συμβιβασμού κατά την οποία μορφοποιείται μια αυτοαντίληψη που είναι αποτέλεσμα αλληλενέργειας κληρονομικών ικανοτήτων, νευροενδοκρινικής δομής, των ευκαιριών που έχει να αναλάβει διάφορους ρόλους και της εκτίμησης που κάνει για το βαθμό που τα αποτελέσματα της άσκησης ρόλων από μέρους του έχουν την έγκριση των ανωτέρων και των συντρόφων του.
  11. Η διαδικασία σύνθεσης (ή συμβιβασμού) ανάμεσα στο άτομο και τους κοινωνικούς παράγοντες, ανάμεσα στην αυτοαντίληψη και την πραγματικότητα, είναι ουσιαστικά διαδικασία άσκησης ρόλων, ανεξάρτητα απ’ το εάν τους ρόλους τους παίζει το άτομο στη φαντασία του, στη συμβουλευτική συνέντευξη ή σε δραστηριότητες της πραγματικής ζωής, όπως στη σχολική τάξη, σε λέσχες, σε μερική απασχόληση ή σε είσοδο σε κάποιο επάγγελμα.
  12. Η ικανοποίηση από την εργασία και από τη ζωή εξαρτώνται από το βαθμό που το άτομο βρίσκει ικανοποιητικές διεξόδους για τις ικανότητές του, τα ενδιαφέροντά του, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του και τις αξίες του. Εξαρτώνται ακόμη από την είσοδό του σ’ ένα επαγγελματικό περιβάλλον, σ’ ένα ρόλο τον οποίο η εξέλιξή του και οι διερευνητικές εμπειρίες του έκαναν το άτομο να θεωρεί κατάλληλο.
  13. Ο βαθμός ικανοποίησης που το άτομο επιτυγχάνει από την εργασία του είναι ανάλογος προς το βαθμό που μπόρεσε να πραγματώσει την αυτοαντίληψή του.
  14. Η εργασία και το συγκεκριμένο επάγγελμα παρέχουν στους περισσότερους ανθρώπους τη βάση για την οργάνωση της προσωπικότητας, αν και για ορισμένους η βάση αυτή δεν είναι κεντρική αλλά τυχαία, ίσως και ανύπαρκτη, και κεντρική θέση έχουν άλλα πράγματα, όπως είναι το σπίτι και οι κοινωνικές δραστηριότητες.

Το 1984 ο Super σχηματοποιεί την παρουσίαση της θεωρίας του στη μορφή ενός ουράνιου τόξου της σταδιοδρομίας, πάνω στο οποίο είναι τοποθετημένα τα γνωστά στάδια ζωής, (ανάπτυξη, διερεύνηση, αποκρυστάλλωση, συντήρηση και παρακμή) μαζί με μια σειρά ρόλων που το άτομο παίζει κατά τα στάδια αυτά (παιδί, μαθητής/σπουδαστής, ψυχαγωγούμενος, πολίτης, εργαζόμενος/άνεργος, σύζυγος, οικογενειάρχης, γονιός, συνταξιούχος).

Ο Super, προκειμένου να εφαρμόσει τη θεωρία του κατασκεύασε ένα βασικότατο ψυχοτεχνικό εργαλείο, το Τεστ Επαγγελματικής Ανάπτυξης (Career Development Inventory – CDI).

Μέχρι το θάνατό του, το 1994, ο Super έγραψε περίπου 200 άρθρα, βιβλία, κεφάλαια βιβλίων και άλλες εκδόσεις, σχετικές με τη θεωρία του. Εκατοντάδες άλλες εκδόσεις έχουν γραφτεί στην επιστημονική βιβλιογραφία από τους μαθητές του ή άλλους παρακινούμενους από τη θεωρία του. Ο ίδιος ο Super (1990) παραδέχτηκε ότι η θεωρία του δεν είναι σωστά δομημένη γιατί «δεν υπάρχει τσιμέντο που να συνδέει τα διάφορα κομμάτια της». Αυτός είναι πιθανόν ο λόγος που οι περισσότερες έρευνες που παρακινήθηκαν από τη θεωρία αυτή επικεντρώθηκαν σε ορισμένα κομμάτια της θεωρίας (π.χ. επαγγελματική ωριμότητα).

Η τελευταία αναθεωρημένη μορφή του μοντέλου του Super προσπαθεί να συνενώσει την ψυχολογική με την κοινωνιολογική προσέγγιση, με αποτέλεσμα να έχουμε λογικά και ολοκληρωμένα αποτελέσματα, που όμως είναι αδύνατο, λόγω της πολυπλοκότητάς τους να ελεγχθούν εμπειρικά, πράγμα που αποτελεί μεθοδολογική και επιστημονική ανάγκη, τουλάχιστον όσον αφορά τον τρόπο που κινείται η σύγχρονη ψυχολογία. Αναμφισβήτητα η θεωρία του  Super είναι η πιο ολοκληρωμένη εξελικτική θεωρία για την επαγγελματική ανάπτυξη, αλλά στο σημείο αυτό ακριβώς βρίσκεται η δύναμή της και η αδυναμία της (Καντάς και Χαντζή, 1991).

Η θεωρία της Gottfredson

Η θεωρία της Gottfredson (1996) ερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι επαγγελματικές φιλοδοξίες αναπτύσσονται και βασίζεται σε τέσσερεις βασικές υποθέσεις: 1) η διαδικασία ανάπτυξης σταδιοδρομίας ξεκινά στην παιδική ηλικία, 2) οι επαγγελματικές φιλοδοξίες αποτελούν προσπάθειες πραγμάτωσης της αυτοαντίληψης, 3) η επαγγελματική ικανοποίηση εξαρτάται από το βαθμό που η σταδιοδρομία συνάδει με την αυτοαντίληψη και 4) οι άνθρωποι αναπτύσσουν επαγγελματικά στερεότυπα που οδηγούν στη διαδικασία επιλογής επαγγέλματος. Είναι φανερό ότι οι υποθέσεις της Gottfredson περί αυτοαντίληψης έχουν πολλά κοινά με τη θεωρία του Super, ενώ οι απόψεις της για τα επαγγελματικά στερεότυπα είναι ίδιες με αυτές του Holland.

Η διαφορά της Gottfredson  από άλλους θεωρητικούς βρίσκεται στην υπόθεση ότι η αυτοαντίληψη δημιουργείται από ένα «κοινωνικό εαυτό» και ένα «ψυχολογικό εαυτό», με τον πρώτο να ενέχει σημαντικότερη επίδραση στη διαμόρφωση επαγγελματικών φιλοδοξιών. Το κοινωνικό μέρος αποτελείται από τις πτυχές της αυτοαντίληψης που αφορούν την ευφυΐα, το κοινωνικό γόητρο και το φύλο, ενώ το ψυχολογικό μέρος αποτελείται από μεταβλητές όπως οι αξίες και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας.

Σύμφωνα με την Gottfredson, οι άνθρωποι επιλέγουν καριέρα με τέτοιον τρόπο ώστε να διαμορφώσουν μια κοινωνική ταυτότητα βασισμένη στην επιλογή τους αυτή. Οι βασικές διαστάσεις που διαμορφώνουν την επαγγελματική επιλογή του ατόμου είναι οι εξής:

  1. Η αρρενωπότητα/θηλυκότητα του κάθε επαγγέλματος (η κατάταξή τους δηλαδή ως προς το φύλο)
  2. Το επίπεδο της αίγλης που έχει για το άτομο
  3. Επαγγελματικό πεδίο.

Η συγγραφέας δίνει έμφαση στην αυτοεικόνα του κάθε ατόμου, και πώς αυτή οδηγεί στην εαυτοαντίληψη φύλου, η οποία οδηγεί στις επιλογές επαγγέλματος κατά τύπο φύλου. Έτσι το άτομο διαμορφώνει φιλοδοξίες που ανταποκρίνονται στη δική του εαυτοαντίληψη φύλου, από τη μια μεριά και στις δικές του ανάγκες για κοινωνική αίγλη, από την άλλη. Τόσο δε ισχυρούς θεωρεί τους δύο αυτούς παράγοντες η θεωρητικός που προτείνει ότι, όταν το άτομο είναι αναγκασμένο να κάνει συμβιβασμούς μεταξύ τύπου φύλου, αίγλης και επαγγελματικού πεδίου, ο συμβιβασμός λειτουργεί εις βάρος του επαγγελματικού πεδίου (Δημητρόπουλος, 1999).

Η θεωρία της Gottfredson επέδρασε αξιοσημείωτα στην έρευνα. Επιπλέον χρησιμοποιήθηκε ως βάση για προγράμματα με σκοπό την εξάλειψη ή τη μείωση της βαρύτητας του παράγοντα φύλο στη διαμόρφωση της επαγγελματικής επιλογής καθώς και άλλων παραγόντων που περιορίζουν την επιλογή σταδιοδρομίας (Hesketh, Pryor, & Gleitzman, 1989 – Lapan, Loehr-Lapan, & Tupper, 1993).

Θεωρίες Κοινωνικής Μάθησης

Θεωρία Κοινωνικής Μάθησης του Krumboltz

Η πιο διαδεδομένη από αυτές της θεωρίες είναι αυτή που διατυπώθηκε από τον Krumboltz (Krumboltz, 1979 – Krumboltz, Mitchell & Jones, 1976 – Mitchell and Krumboltz, 1984, 1990, 1996). Η θεωρία αυτή ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση με τη θεωρία του Bandura (1971, 1977, 1986), η οποία σε γενικές γραμμές υποστηρίζει ότι η εξέλιξη της προσωπικότητας του ατόμου είναι κυρίως διαδικασία και αποτέλεσμα κοινωνικής μάθησης.

Ο Krumboltz διακρίνει τέσσερεις ομάδες παραγόντων που συμβάλλουν αποφασιστικά στην επιλογή επαγγέλματος:

  1. Κληρονομικοί παράγοντες και ειδικές δεξιότητες. Τέτοια παραδείγματα είναι το φύλο, η φυλή και η εξωτερική εμφάνιση. Οι ειδικές δεξιότητες αφορούν κληρονομικά χαρακτηριστικά όπως η ευφυΐα και μουσικές και καλλιτεχνικές δεξιότητες.
  2. Περιβαλλοντικές συνθήκες. Περιλαμβάνονται οι εξωγενείς παράγοντες, τους οποίους δεν μπορεί να ελέγξει το άτομο όπως η ύπαρξη ευκαιριών εργασίας και εκπαίδευσης, οι κοινωνικές πολιτικές, οι διαδικασίες επιλογής εργαζομένων, οι αμοιβές διαφόρων επαγγελμάτων, εργασιακοί νόμοι, η ύπαρξη φυσικών πόρων, φυσικές καταστροφές, τεχνολογική ανάπτυξη, εκπαιδευτικό σύστημα, οικογενειακές εμπειρίες και επιρροές, επιρροές από τον κοινωνικό περίγυρο.
  3. Μαθησιακές εμπειρίες. Όλες οι προηγούμενες μαθησιακές εμπειρίες επηρεάζουν τη διαδικασία απόφασης σπουδών και σταδιοδρομίας. Αυτές κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: α) στις λειτουργικές (instrumental learning experiences), δηλαδή ενέργειες του ατόμου που επιδρούν στο περιβάλλον με τέτοιο τρόπο ώστε να παράγουν κάποιο αποτέλεσμα και β) συνειρμικές (associative learning experiences), δηλαδή μάθηση του ατόμου που προέρχεται από επίκτητες αποκρίσεις σε εξωτερικά ερεθίσματα.
  4. Δεξιότητες προσέγγισης έργου (task approach skills). Η αλληλεπίδραση των τριών παραπάνω παραγόντων έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του τέταρτου αυτού παράγοντα, δηλαδή τις αξίες, τις συνήθειες, τα πρότυπα και τις αντιληπτικές και γνωστικές διαδικασίες που έχει αναπτύξει το άτομο ως συνέπεια της αλληλεπίδρασης των παραπάνω παραγόντων.

Συνοψίζοντας, το άτομο γεννιέται στον κόσμο φέροντας συγκεκριμένα γενετικά χαρακτηριστικά: φυλή, γένος, εμφάνιση, ειδικές δεξιότητες ή μειονεκτήματα. Στην πορεία του χρόνου το άτομο απαντά περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες. Το άτομο μαθαίνει από αυτές, δημιουργεί προσωπικές παρατηρήσεις (self-observations) και δεξιότητες προσέγγισης έργου που εφαρμόζει στις νέες συνθήκες που συναντά. Οι πιθανές επιτυχίες ή αποτυχίες του ατόμου στις νέες αυτές συνθήκες επηρεάζουν και αλλάζουν την πορεία δράσης του ατόμου, δημιουργώντας επακόλουθες μαθησιακές εμπειρίες. Συνεπώς αυξάνεται η πιθανότητα το άτομο να προβεί σε όμοιες επιλογές που τον οδήγησαν σε μια επιτυχία και να αποφύγει επιλογές όμοιες με εκείνες που τον οδήγησαν σε μια αποτυχία. Η διαδικασία είναι περίπλοκη τόσο γιατί το άτομο αλλάζει συνεχώς ως αποτέλεσμα συνεχών νέων σειρών μαθησιακών εμπειριών, όσο και γιατί οι περιβαλλοντικές, πολιτισμικές και κοινωνικές συνθήκες μεταβάλλονται συνεχώς.

Η μεταφορά της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης στο χώρο της επαγγελματικής επιλογής αντιμετωπίζει από την αρχή το πρόβλημα της ερμηνείας των άπειρων περιπτώσεων που παρουσιάζονται στο πολύπλοκο αυτό θέμα. Η θεωρία αποτελεί ένα αξιόλογο θεωρητικό ερμηνευτικό μέσο που όμως είναι δύσκολο να ελεγχθεί στην ολότητά του έξω από συνθήκες εργαστηρίου, πρώτον γιατί αναφέρεται σε παρελθοντικές συνθήκες και δεύτερο γιατί δεν είναι δυνατό να περιλάβει πολλούς άλλους παράγοντες που υπεισέρχονται στη διαδικασία της επαγγελματικής επιλογής (π.χ. κοινωνία, οικονομία, οικογένεια).

Οι δυνατότητες παρέμβασης της θεωρίας αυτής την επαγγελματική συμβουλευτική βρίσκονται στη διαδικασία μάθησης-λήψης αποφάσεων από το άτομο. Αυτή η διαδικασία είναι δυνατόν να προγραμματιστεί και να εφαρμοστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το άτομο να μάθει να παίρνει σωστές, ρεαλιστικές αποφάσεις. Εφόσον οι επαγγελματικές επιλογές και φιλοδοξίες αποτελούν προϊόντα μαθησιακών συνειρμών, θα μπορούσαν με την κατάλληλη παρέμβαση να αναιρεθούν παλαιότεροι συνειρμοί και να δημιουργηθούν νέοι.

Κοινωνικοοικονομικές θεωρίες

Οι θεωρίες που παρουσιάστηκαν παραπάνω είναι κυρίως ψυχολογικές και εμπεριέχουν μια βασική υπόθεση, ότι τα άτομα ελέγχουν απόλυτα της ζωές τους. Ο βαθμός που ένα άτομο ελέγχει τη ζωή του διαφέρει από άτομο σε άτομο και ανάλογα με τις υφιστάμενες συνθήκες, όμως οι περισσότεροι θεωρητικοί συμφωνούν ότι τα άτομα ως ένα βαθμό ελέγχουν τη ζωή τους και ο ρόλος του συμβούλου σταδιοδρομίας είναι να ενισχύσει τα άτομα προς την κατεύθυνση αυτή.

Σε αντίθεση με τους ψυχολόγους, οι κοινωνιολόγοι και οι οικονομολόγοι τείνουν να ερευνούν τις συμπεριφορές μικρότερων και μεγάλων κοινωνικών ομάδων. Οι κοινωνιολόγοι συνήθως ασχολούνται με μικρές ομάδες, όπως είναι η οικογένεια, αλλά και με μεγαλύτερες, όπως οι γυναίκες ή οι μειονότητες. Οι οικονομολόγοι, από την άλλη, ενδιαφέρονται για τις οικονομικές δυνάμεις που επηρεάζουν την ανάπτυξη σταδιοδρομίας ολόκληρου του εργατικού δυναμικού, όπως η επίδραση της προσφοράς και ζήτησης στους μισθούς και τις παροχές.

Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται αυξανόμενο ενδιαφέρον από κοινωνιολόγους και οικονομολόγους για μεταβλητές όπως το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, διάφορα εμπόδια στην επαγγελματική ανάπτυξη όπως οι κοινωνικές διακρίσεις ή  οι κρατικές παρεμβάσεις, και η αγορά εργασίας, που επιδρούν στην διαμόρφωση της σταδιοδρομίας. Τέτοιες προσεγγίσεις δίδουν μεγαλύτερη έμφαση σε παράγοντες εκτός ατομικού ελέγχου, σε αντίθεση με τις ψυχολογικές προσεγγίσεις του θέματος.

Θεωρία επίτευξης κοινωνικής θέσης (Status Attainment TheorySAT)

Το 1967 οι Blau & Duncan εξέδωσαν την εργασία τους “The American Occupational Structure”, στην οποία τέθηκαν οι απαρχές της θεωρίας τους γνωστής ως SAT. Αρχικά η θεωρία τους πρεσβεύει ότι το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογενείας επηρεάζει την εκπαίδευση του ατόμου, η οποία με τη σειρά της επηρεάζει το επάγγελμα που το άτομο θα επιλέξει. Οι Blau & Dunkan ερεύνησαν την ανωτέρω υπόθεση σε ένα δείγμα 27,000 αντρών και απέδειξαν ότι το οικογενειακό επίπεδο επηρεάζει τα επαγγελματικά επιτεύγματα των ατόμων, έμμεσα μέσω της εκπαίδευσης, αλλά και άμεσα.

Το αρχικό αυτό μοντέλο αναπτύχθηκε αργότερα από τον Sewell και τους συνεργάτες του (Sewell, Haller & Portes, 1969), οι οποίοι ενσωμάτωσαν σε αυτό μια σειρά μεταβλητών, όπως η ευφυΐα και οι σχολικές επιδόσεις, αλλά και κοινωνικο-ψυχολογικές διαδικασίες, όπως οι φιλοδοξίες, η παρακίνηση από το περιβάλλον.

Σύμφωνα με τους  Hotchkiss & Borrow (1996), στη σημερινή του μορφή το μοντέλο αυτό υποστηρίζει ότι το οικογενειακό επίπεδο και οι ατομικοί παράγοντες συνδυάζονται μέσω κοινωνικο-ψυχολογικών διαδικασιών και επηρεάζουν την εκπαιδευτική επιλογή και κατά συνέπεια την επαγγελματική επιλογή. Κάποιοι ερευνητές επέκριναν τη θεωρία αυτή ως υπερβολικά απλοϊκή και πρότειναν άλλες εναλλακτικές, όπως εστιάζοντας στον τύπο της επιχείρησης, στον οποίο εργάζεται το άτομο.

Η θεωρία του Ανθρώπινου Κεφαλαίου (Human Capital Theory)

Μια άλλη προσέγγιση που προτάθηκε αρχικά από το Becker (1975), θέτει μια πιο μακροοικονομική διάσταση του θέματος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Το μοντέλο αυτό επεξηγεί τις επαγγελματικές συμπεριφορές στα πλαίσια της διαδικασίας οικονομικής επένδυσης. Τα άτομα θεωρείται ότι έχουν μια σειρά περιορισμένων πόρων (ικανότητα, χρόνο, προσπάθεια), τους οποίους επενδύουν σε διάφορα έργα (εκπαίδευση, πρακτική, εργασία). Τέτοιου είδους επενδύσεις εμπεριέχου και κάποιο κόστος, για παράδειγμα άτομα που επενδύουν σε εκτεταμένη εκπαίδευση θα δεχτούν σχετικά μειωμένο εισόδημα κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, προσδοκώντας μεγαλύτερα οφέλη αργότερα. Άλλη σημαντική υπόθεση της θεωρίας αυτής είναι ότι παρότι οι μισθοί καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση, οι ατομικές αμοιβές είναι συνάρτηση του ανθρώπινου κεφαλαίου (π.χ. εκπαίδευση, εμπειρία) και αντανακλούν την παραγωγικότητα, όπως επίσης πρεσβεύει ότι οι διακρίσεις τείνουν να εξαλειφθούν υπό την πίεση μιας ανταγωνιστικής αγοράς.

Φυλή, Φύλο και σταδιοδρομία

Τα τελευταία χρόνια και η θεωρία περί επίτευξης κοινωνικής θέσης, αλλά και η θεωρία ανθρώπινου κεφαλαίου δέχτηκαν σφοδρή κριτική από τη σχολή των δομικών (στρουκτουραλιστών), σε ότι αφορά τις υποθέσεις τους σχετικά με το ρόλο της ελευθερίας επιλογής και του ατομικού ελέγχου στη λήψη απόφασης επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

Επιπλέον, παρά τη δυνατότητα της θεωρίας επίτευξης κοινωνικής θέσης να εξηγήσει τα επαγγελματικά επιτεύγματα λευκών ανδρών, δυσκολεύεται να εξηγήσει την εργασιακή κατάσταση των γυναικών ή των μειονοτήτων.

Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες, ιστορικά, έχουν μεγαλύτερες επιδόσεις από τους άνδρες στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση – και συνεπώς θα οδηγούμασταν στην πρόβλεψη ότι θα κατακτούσαν θέσεις με υψηλότερες αμοιβές και μεγαλύτερη κοινωνική θέση- παραμένουν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους σε εργασίες χαμηλά αμειβόμενες και χαμηλής ιεραρχίας. Η έρευνα έχει αποδείξει ότι οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο από τους άντρες ή απασχολούνται σε εργασίες που είναι χαμηλά αμειβόμενες (Reskin, 1993 ; Fitzgerald, 1986).

Παρόμοιες ανισορροπίες αναδείχτηκαν και σε μέλη φυλετικών ή εθνικών μειονοτήτων. Σύμφωνα με τον Wrigley (1982), παρότι οι διακρίσεις στο εκπαιδευτικό επίπεδο ανάμεσα σε μαύρους και λευκούς έχουν μειωθεί αισθητά, η ανεργία των μαύρων νέων παραδόξως παρουσίαζε τεράστια αύξηση. Συνεπώς, η σχέση μεταξύ εκπαίδευσης και εισόδου στην αγορά εργασίας (που αποτελεί βασική υπόθεση της θεωρίας επίτευξης θέσης) είναι διαφορετική για τους λευκούς και τους μαύρους. Επίσης, έρευνα του Saunders (1995) έδειξε σαφώς ότι οι Αφρικανοί-Αμερικάνοι αμείβονται πολύ λιγότερο από τους λευκούς.

Διατυπώθηκαν διάφορες υποθέσεις προκειμένου να εξηγηθούν οι ανωτέρω διακρίσεις. Προτάθηκε ότι οι χαμηλότερες ιεραρχικά θέσεις και οι χαμηλότερες αμοιβές των γυναικών εξηγούνται από την επιλογή των ίδιων των γυναικών για επαγγέλματα που είναι ελαστικά στη διακοπτόμενη σταδιοδρομία που επιφέρει η ανατροφή των παιδιών και οι ευθύνες της οικογένειας (Super, 1957). Ομοίως, οι γυναίκες παραδοσιακά απασχολούνται περισσότερο σε επαγγέλματα κοινωνικού τύπου. Αυτό βέβαια δεν εξηγεί το γεγονός ότι οι γυναίκες αμείβονται χαμηλότερα από τους άνδρες. Ο Fitzgerald (1986) παρατηρεί ότι «οι άνδρες οδηγοί φορτηγών αμείβονται περισσότερο από τις γυναίκες νοσοκόμες ή δασκάλες, επαγγέλματα που απαιτούν μεγαλύτερη μόρφωση».

Παρά το γεγονός ότι όλες οι μισθολογικές διαφορές δεν προκύπτουν μόνο από τις διακρίσεις, «οι ανωτέρω εκτιμήσεις και τα στοιχεία αναδεικνύουν μεγάλο βαθμό διακρίσεων» (Hanushek, 1981).

Θεωρία δύο διαφορετικών αγορών εργασίας (Dual Labor Market Theory)

Όπως προαναφέρθηκε, οι στρουκτουραλιστές προσπαθώντας να εξηγήσουν την αποτυχία θεωριών, όπως η θεωρία επίτευξης κοινωνικής θέσης και ιδιαίτερα η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου, σε θέματα γυναικών και μειονοτήτων, ανέπτυξαν μια δική τους εναλλακτική προσέγγιση. Η βασική υπόθεση των στρουκτουραλιστών είναι ότι μια ποικιλία παραγόντων σχετικοί με την κοινωνική δομή επηρεάζουν τη λειτουργία του ατόμου και τα αποτελέσματα των επιλογών του. Ανάμεσα στους παράγοντες αυτούς είναι και οι κοινωνικές, φυλετικές, ταξικές, ή άλλου είδους διακρίσεις. Επιπλέον, οι στρουκτουραλιστές δίνουν έμφαση στη σημασία του επαγγελματικού διαχωρισμού και κατάτμησης, την ισορροπία της εργασιακής προσφοράς και ζήτησης, το μέγεθος της εργοδοτικής επιχείρησης ή βιομηχανίας και της γεωγραφικής της θέσης, τα εργατικά συνδικάτα και μια ποικιλία διαφόρων πλευρών των διαφόρων επιχειρήσεων, επαγγελμάτων και βιομηχανιών.

Μια από τις πρώτες προσεγγίσεις στα πλαίσια του στρουκτουραλισμού αποτελεί η θεωρία των δύο διαφορετικών αγορών εργασίας. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι η οικονομία χωρίζεται σε δύο τύπους επιχειρήσεων, αυτές που ανήκουν στον πυρήνα (μεγάλες μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις) και αυτές που ανήκουν στην περιφέρεια (επιχειρήσεις που βασίζονται συνήθως σε ανειδίκευτους ή ημιειδικευμένους εργάτες). Αυτές που ανήκουν στον πυρήνα προσφέρουν ευκαιρίες στους εργαζόμενους για επαγγελματική ανέλιξη. Τέτοιου είδους επιχειρήσεις κατέχουν κυρίαρχο ρόλο στις αγορές, είναι ανταγωνιστικές και χρησιμοποιούν εξελιγμένη τεχνολογία, ώστε να βελτιώνουν τη θέση τους στην αγορά. Συνήθως χρησιμοποιούν υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους, στους οποίους προσφέρουν υψηλές αμοιβές, ασφάλεια, επαγγελματική εξέλιξη και άλλα προνόμια. Στον αντίποδα, οι περιφερειακές επιχειρήσεις είναι μικρές, χαμηλής τεχνολογίας, και χρησιμοποιούν ανειδίκευτους ή ημιειδικευμένους εργάτες και δεν επενδύουν  στους υπαλλήλους τους μακροχρόνια. Οι υπάλληλοι αμείβονται για τη συγκεκριμένη εργασία με χαμηλές αμοιβές και συνήθως άσχημες συνθήκες και απολύονται όταν δεν χρειάζονται πλέον. Εργαζόμενοι σε τέτοιες επιχειρήσεις έχουν μικρές πιθανότητες επαγγελματικής ανέλιξης. Οι δύο αυτές αγορές εργασίας συνήθως χωρίζονται με στεγανά και όποιος έχει την ατυχία να επιστρατευθεί στο ξεκίνημά του από την περιφερειακή αγορά εργασίας σπάνια έχει μετά την ευκαιρία να περάσει στην κύρια αγορά. Έτσι την πρώτη κοινωνική επιλογή ως προς το εργατικό δυναμικό την κάνει το εκπαιδευτικό σύστημα και μετά τη συνεχίζει και τη διαιωνίζει η ίδια η οικονομία και η αγορά εργασίας. (Borow & Hotchkiss, 1996).

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι γυναίκες και οι μειονότητες τείνουν να συγκεντρώνονται σε επιχειρήσεις της περιφέρειας και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως οι διακρίσεις. Παρότι σήμερα είναι ευρέως αποδεκτό ότι η συγκεκριμένη θεωρία είναι υπεραπλουστευμένη, η σχολή των στρουκτουραλιστών έχει στηρίξει με αξιοσημείωτες έρευνες την υπόθεση ότι τα δομικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας επηρεάζουν την επαγγελματική επιλογή, όπως και ότι διάφοροι χώροι της αγοράς εργασίας και της οικονομίας προσφέρουν διαφορετικές αμοιβές στο ανθρώπινο δυναμικό, ανάλογα με το φύλο ή τη φυλή.

Νεότερες θεωρίες

Στην ενότητα αυτή θα παρουσιάσουμε τέσσερεις νεότερες θεωρίες ανάπτυξης σταδιοδρομίας. Οι δύο πρώτες βασίζονται στη θεωρία μάθησης, ενώ η τρίτη είναι θεωρία χαρακτηριστικών και παραγόντων. Η τέταρτη θεωρία αποκλίνει από τις κατηγοριοποιήσεις που παρουσιάστηκαν ως εδώ και βασίζεται στην κονστρουκτιβιστική φιλοσοφία, ενώ οι τρεις πρώτες βασίζονται στο θετικισμό. Οι διαφορές των δύο αυτών φιλοσοφικών ρευμάτων είναι σημαντικές, αλλά η μεγαλύτερη διαφορά τους έγκειται στις θέσεις τους σε ότι αφορά τη σχέση αιτίας – αποτελέσματος. Οι θετικιστές υποστηρίζουν τη σχέση αιτίας – αποτελέσματος, ενώ οι κονστρουκτιβιστές την αρνούνται. Για παράδειγμα, τα μοντέλα χαρακτηριστικών και παραγόντων υποστηρίζουν ότι αν ένα άτομο επιλέξει επάγγελμα που ταιριάζει σε μεγάλο βαθμό με τα ενδιαφέροντα, τις αξίες και την προσωπικότητά του, το αποτέλεσμα θα είναι η ικανοποίηση από αυτό το επάγγελμα. Οι κονστρουκτιβιστές διαφωνούν με την παραπάνω αντιμετώπιση.  Παρακάτω θα αναλυθούν περισσότερο οι διαφορές των δύο ρευμάτων.

Η Κοινωνικο-γνωστική θεωρία (SocialCognitive theory)

Αυτή η θεωρία βασίζεται στην θεωρία μάθησης του  Albert Bandura (1986), ενώ είναι παράλληλη μέχρι ενός σημείου και με τη θεωρία του Krumboltz. Η θεωρία αυτή, που διαμορφώθηκε από τους  Lent, Brown & Hackett (1995, 1996) αναδεικνύει την ικανότητα των ατόμων να κατευθύνουν και να διαχειρίζονται την επαγγελματική τους συμπεριφορά, αλλά αναγνωρίζει, επίσης, πολλές προσωπικές και περιβαλλοντικές επιρροές (π.χ. κοινωνικοοικονομικούς περιορισμούς, κουλτούρα, κλπ.), που ενισχύουν ή μειώνουν την ικανότητα αυτοδιαχείρισης του ατόμου στην ανάπτυξη σταδιοδρομίας.

Οι κεντρικές θέσεις της θεωρίας αυτής συνοψίζονται στα εξής:

  1. Η αλληλεπίδραση των ατόμων με το περιβάλλον αποτελεί μια δυναμική και συνεχή διαδικασία, με αποτέλεσμα τα άτομα να επηρεάζονται και να επηρεάζουν το περιβάλλον στο οποίο κινούνται.
  2. Η συμπεριφορά ανάπτυξης σταδιοδρομίας επηρεάζεται από τέσσερεις πλευρές του ατόμου: συμπεριφορά, ατομικές απόψεις για την αυτό-αποτελεσματικότητα, προσδοκίες για το αποτέλεσμα, και στόχους, έχοντας ως δεδομένα τα γενετικά καθορισμένα χαρακτηριστικά. Οι απόψεις για την αυτό-αποτελεσματικότητα αναφέρονται σε «προσωπικές κρίσεις για την ικανότητα του ατόμου να οργανώνει και να εκτελεί διάφορα έργα» (Bandura, 1986). Σε γενικές γραμμές τα πιστεύω του ατόμου για την αποτελεσματικότητά του προσδιορίζονται ή τροποποιούνται κυρίως από προηγούμενα προσωπικά επιτεύγματα (αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως η ενισχυόμενη μάθηση, η κοινωνική πειθώ, η φυσιολογία του ατόμου κλπ.) (Bandura, 1997).

Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα αναφέρεται στις συνέπειες που αναμένονται από συγκεκριμένες συμπεριφορές. Ενώ η αυτό-αποτελεσματικότητα ασχολείται με τις ικανότητες του ατόμου (π.χ. Μπορώ να το κάνω;), οι προσδοκίες εμπεριέχουν τις συνέπειες μιας συγκεκριμένης ενέργειας (π.χ. αν δοκιμάσω να κάνω κάτι, τι πρόκειται να συμβεί;). Η αυτό-αποτελεσματικότητα μπορεί να επηρεάζει περισσότερο σε συνθήκες που απαιτούν πολύπλοκες και αυξημένες δεξιότητες (π.χ. αν θα επιδιώξω το ιατρικό επάγγελμα). Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα άτομα μπορεί να έχουν αυξημένες προσδοκίες σχετικά με το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής (π.χ. η ιατρική καριέρα θα μου αποφέρει ελκυστική αμοιβή) αλλά θα αποφύγουν να τις επιδιώξουν εφόσον δεν πιστεύουν ότι έχουν τις απαιτούμενες ικανότητες. Στον αντίποδα, μπορούμε να φανταστούμε σενάρια υψηλής αυτό-αποτελεσματικότητας, αλλά χαμηλού επιπέδου προσδοκώμενου αποτελέσματος. Για παράδειγμα, κάποιες γυναίκες ή μέλη μειονοτήτων που έχουν αυτοπεποίθηση σχετικά με τις ικανότητές τους, σε ένα επαγγελματικό χώρο (π.χ. μαθηματικά, επιστήμες), απέχουν από το χώρο αυτό γιατί έχουν αρνητικές προσδοκίες από το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επιλογής (πιστεύουν ότι θα συναντήσουν διακρίσεις, εχθρικό περιβάλλον, κλπ.).

Οι προσωπικοί στόχοι ορίζονται ως η πρόθεση του ατόμου να εμπλακεί σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή να παράγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. (Lent, 2005)

  1. Τα πιστεύω περί αυτό-αποτελεσματικότητας και οι προσδοκίες σχετικά με το αποτέλεσμα αλληλεπιδρούν άμεσα στην ανάπτυξη συγκεκριμένων ενδιαφερόντων. Οι άνθρωποι αναπτύσσουν ενδιαφέροντα για πράγματα που πιστεύουν ότι μπορούν να εκτελέσουν καλά και από τα οποία αναμένουν αξιόλογα αποτελέσματα.
  2. Το φύλο, η φυλή, η φυσική υγεία, οι ειδικές ανάγκες, όπως και οι περιβαλλοντικές μεταβλητές επηρεάζουν την ανάπτυξη της αυτό-αποτελεσματικότητας, όπως και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα και τελικά επηρεάζουν τους στόχους και τις επιδόσεις.
  3. Η επιλογή σταδιοδρομίας επηρεάζεται και από άλλους άμεσους και έμμεσους παράγοντες, όπως οι διακρίσεις, οι οικονομικές μεταβλητές που επηρεάζουν την προσφορά και ζήτηση και η κουλτούρα του ατόμου. Έμμεσες μεταβλητές μπορεί να αποτελούν τα τυχαία γεγονότα.
  4. Οι επιδόσεις στις σπουδές ή στα επαγγέλματα είναι το αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων μεταξύ ικανότητας, αυτό-αποτελεσματικότητας, προσδοκώμενου αποτελέσματος, και στόχων. Σε περιπτώσεις που όλα τα άλλα είναι ίδια, οι άνθρωποι με το υψηλότερο επίπεδο ικανοτήτων και τα πιο δυνατά πιστεύω περί αυτό-αποτελεσματικότητας, θα επιτύχουν το υψηλότερο επίπεδο σταδιοδρομίας. Παρ’ όλα αυτά, τα πιστεύω περί αυτό-αποτελεσματικότητας και προσδοκώμενου αποτελέσματος μεταβάλλονται συνεχώς, καθώς τα άτομα αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους.

Θεωρίες λήψης αποφάσεων

1. Η σημασία των αποφάσεων

Η ζωή μας είναι, μέσα στ’ άλλα, μια ατέλειωτη αλυσίδα αποφάσεων, από τις οποίες μερικές τις συνειδητοποιούμε, μερικές όχι. Οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς μας, από τους πιο απλούς μέχρι τους πιο σύνθετους. Κάποιες αποφάσεις έχουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας, όπως οι εκπαιδευτικές και επαγγελματικές αποφάσεις. Οι λόγοι που καθιστούν τις αποφάσεις αυτές σημαντικές είναι ευνόητοι (Hoppock, 1976):

  1. Από τις αποφάσεις αυτές θα εξαρτηθεί η ευκολία απασχόλησης στο μέλλον. Η δυνατότητα απασχόλησης σε πολλά επαγγέλματα είναι σήμερα αβέβαιη, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες τεχνολογικής ανάπτυξης και οικονομικής διαμόρφωσης, αλλά και λόγω των επιδράσεων της παγκοσμιοποίησης, των τοπικών οικονομικών κρίσεων και της παγκόσμιας οικονομικής κινητικότητας και ανισορροπίας.
  2. Οι αποφάσεις αυτές συμβάλλουν στην επιτυχία ή αποτυχία του ατόμου. Η σωστή αξιοποίηση των ικανοτήτων που διαθέτει το άτομο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που συντελούν στην επαγγελματική επιτυχία.
  3. Αυτές οι αποφάσεις καθορίζουν το βαθμό ικανοποίησης του ατόμου από την εργασία του. Αν η επαγγελματική κατεύθυνση που το άτομο προτίμησε ή αναγκάστηκε να ακολουθήσει δεν ταιριάζει με τα ατομικά του χαρακτηριστικά, τις προσωπικές του φιλοδοξίες, τα ενδιαφέροντά του, τις αξίες του, είναι μάλλον απίθανο να δοκιμάσει επαγγελματική ικανοποίηση, ένα σημαντικότατο στοιχείο στην ζωή του ατόμου.
  4. Η εκλογή εκπαιδευτικής-επαγγελματικής κατεύθυνσης είναι στην ουσία εκλογή τρόπου ζωής. Ο τόπος που θα ζήσει το άτομο, οι οικονομικές δυνατότητες, η οικογένεια που θα δημιουργήσει είναι όλα συνάρτηση αυτών των αποφάσεων.
  5. Όλες οι επιμέρους αποφάσεις των επιμέρους ατόμων έχουν αποφασιστική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο το οικονομικό σύστημα θα χρησιμοποιήσει και θα αξιοποιήσει το εργατικό δυναμικό της χώρας. Επίσης, από το σύνολο αυτών των αποφάσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό το ποσοστό ανεργίας, υποαπασχόλησης, υπεραπασχόλησης ή ετεροαπασχόλησης, η κοινωνική πολιτική της χώρας, η κατανομή του εργατικού δυναμικού. Για να πλησιάσουν όλα αυτά σε κάποιο ορθολογιστικό επίπεδο απαιτείται ένα ορθολογιστικό σύνολο επιμέρους αποφάσεων.
  6. Από αυτές τις αποφάσεις, τέλος, εξαρτάται το επαγγελματικό επίπεδο στο οποίο θα κινείται το άτομο μέσα σε κάποια επαγγελματική κατεύθυνση ή σε κάποια «εσωτερική αγορά εργασίας», αν δηλαδή θα εξελίσσεται κατακόρυφα ή απλώς θα κινείται οριζόντια.

Είναι προφανές ότι οι αποφάσεις που αφορούν τις σπουδές και την επιλογή επαγγελμάτων είναι καθοριστικές για τη ζωή του ατόμου, αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας και επομένως διαφαίνεται και ο σημαντικός ρόλος της συμβουλευτικής και του προσανατολισμού προς τη διαδικασία λήψης σωστών αποφάσεων.

2. Θεωρίες λήψης αποφάσεων

Όλες οι θεωρίες που συζητήθηκαν προηγουμένως αναγνωρίζουν το σημαντικότατο ρόλο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην επιλογή επαγγέλματος και την ανάπτυξη σταδιοδρομίας.  Παρ’ όλα αυτά, αν εξαιρέσουμε τη θεωρία κοινωνικής μάθησης του Krumboltz, οι περισσότεροι θεωρητικοί δεν έδωσαν ιδιαίτερο βάρος στον τρόπο με τον οποίο τα άτομα λαμβάνουν αυτές τις αποφάσεις. Παραπάνω αναφέρθηκαν οι λόγοι οι οποίοι προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Στην ενότητα αυτή θα αναφερθούμε στις σημαντικότερες θεωρητικές προσεγγίσεις του θέματος, ώστε να καταλάβουμε τη διαδικασία αυτή.

Οι Jepsen & Dilley (1974) διακρίνουν τα διάφορα μοντέλα λήψης απόφασης σε α) κανονιστικά, που περιγράφουν πώς θα έπρεπε να παίρνονται οι αποφάσεις και β) περιγραφικά, που περιγράφουν πώς συνήθως παίρνονται οι αποφάσεις . Η διαδικασία περιλαμβάνει α) το πρόσωπο που πρόκειται να πάρει μια απόφαση, β) μια κατάσταση που απαιτεί τη λήψη μιας απόφασης και γ) ορισμένες πληροφορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη λήψη της απόφασης. Το άτομο επεξεργάζεται νοητικά τις εναλλακτικές λύσεις και ζυγίζει τα πιθανά αποτελέσματα με βάση: α) την πιθανότητα που έχουν να συμβούν και β) την αξία ή ωφελιμότητα που έχουν για το άτομο. Δυο μοντέλα από κάθε τύπο θα παρουσιαστούν συνοπτικά.

Σύμφωνα με το μοντέλο του Mitchell (1975), το άτομο που πρόκειται να πάρει μια απόφαση προσπαθεί να ταιριάξει την υπάρχουσα κατάσταση με την ιδανική κατ’ αυτόν κατάσταση και επιλέγει την εναλλακτική λύση που προσομοιάζει στην ιδανική αυτή κατάσταση. Ο Mitchell διακρίνει τέσσερα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη από το άτομο που πρόκειται να λάβει μια απόφαση:

  1. Οριστικοί περιορισμοί είναι οι παράγοντες που πρέπει να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν, προκειμένου η απόφαση να είναι βιώσιμη.
  2. Τα αρνητικά χαρακτηριστικά είναι μη επιθυμητές πλευρές της απόφασης.
  3. Τα θετικά χαρακτηριστικά είναι επιθυμητές πλευρές της απόφασης.
  4. Τα ουδέτερα χαρακτηριστικά είναι αδιάφορες πλευρές της απόφασης.

Το άτομο που θα λάβει την απόφαση χρησιμοποιεί αυτά τα στοιχεία με ποικίλους τρόπους, όπως συγκρίνοντας μόνο τα θετικά χαρακτηριστικά, σκεπτόμενος μόνο τις εναλλακτικές λύσεις, ζυγίζοντας τα θετικά με τα αρνητικά χαρακτηριστικά, απορρίπτοντας μια εναλλακτική λύση μόνο για τα αρνητικά της, και άλλους συνδυασμούς.

Ο Tversky (1972) προτείνει ένα μοντέλο το οποίο ονομάζει απόρριψη με βάση τα χαρακτηριστικά (elimination by aspects). Η προσέγγιση αυτή εστιάζει ταυτόχρονα σε όλες τις επιλογές, με κάθε επιλογή να εμπεριέχει μια ποικιλία χαρακτηριστικών. Στο μοντέλο αυτό το κάθε χαρακτηριστικό (π.χ. η ασφάλεια που παρέχει το επάγγελμα) ζυγίζεται για την κάθε εναλλακτική λύση και οι συνδυασμοί που αποτυγχάνουν να ικανοποιήσουν τις ελάχιστες προδιαγραφές του ατόμου απορρίπτονται.

Παραδείγματα περιγραφικών μοντέλων είναι το μοντέλο προσδοκιών του Vroom (1964) και το μοντέλο σύγκρουσης του Mann (1977). O Vroom χρησιμοποιεί δύο λέξεις-κλειδιά κατά την ανάπτυξη της θεωρίας του: σθένος, το οποίο μπορεί να εξισωθεί με τις προτιμήσεις και προσδοκίες, που αποτελούν την πίστη ότι οι επιλογές μπορεί να πραγματοποιηθούν. Οι δύο αυτές πλευρές της θεωρίας είναι κρίσιμες για τη λήψη κάθε απόφασης και αλληλεπιδρούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η δύναμη ή πίεση να ληφθεί μια συγκεκριμένη απόφαση συνδέεται ευθέως με το σθένος και τη δύναμη των προσδοκιών.

Οι Janis & Mann (1977) υποθέτουν ότι επέρχεται σύγκρουση όποτε ένα άτομο έρχεται αντιμέτωπο με την ανάγκη για λήψη μιας απόφασης, η οποία επιφέρει άγχος και αβεβαιότητα. Το άτομο θα προσπαθήσει να συλλέξει πληροφορίες για τις διάφορες εναλλακτικές λύσεις που έχει και θα ζυγίσει τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της καθεμιάς. Αυτός θεωρείται ο καλύτερος τρόπος για να ληφθεί μια σωστή απόφαση.

Το πρόβλημα με τα μοντέλα λήψης αποφάσεων είναι αν τα άτομα πράγματι παίρνουν αποφάσεις με τον τρόπο που αυτά περιγράφουν. Οι μέχρι τώρα ενδείξεις είναι ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, τουλάχιστον όχι απόλυτα (Mitchell, 1982). Όπως φαίνεται, απέχουμε ακόμα πολύ από το να κατανοήσουμε με ακρίβεια το πώς γίνεται η επεξεργασία των πληροφοριών από το άτομο. Από την άλλη πλευρά τα μοντέλα λήψης αποφάσεων μας δίνουν ένα αρκετά ικανοποιητικό ποσοστό πρόβλεψης, πράγμα που εξηγεί τη δημοτικότητά τους (Καντάς, Χαντζή, 1991).

Ο σύμβουλος σταδιοδρομίας αντιμετωπίζει σοβαρά διλλήματα κατά τη διάρκεια της συμβουλευτικής με την οποία προσπαθεί να βοηθήσει τον πελάτη να λάβει μια απόφαση. Είναι πιθανόν κάποιο από τα μοντέλα που περιγράφηκαν να ταιριάζει σε κάποια άτομα ή περιστάσεις περισσότερο, ενώ κάποιο άλλο να είναι περισσότερο ικανοποιητικό σε κάποιες άλλες συνθήκες. Ο σύμβουλος πρέπει να επιλέξει ποιο μοντέλο θα είναι περισσότερο χρήσιμο στο άτομο που καλείται να βοηθήσει. Η δυσκολία του κάθε συμβούλου έγκειται στην αδυναμία να είναι βέβαιος για τα χαρακτηριστικά του πελάτη του (όπως για τα κίνητρά του, την αυτογνωσία και τις αξίες του). Σε κάθε περίπτωση, ο σύμβουλος θα πρέπει να επιλέξει ένα μοντέλο ή ένα συνδυασμό μοντέλων, τον οποίο θα θεωρήσει κατάλληλο. Η παρέμβασή του όμως πρέπει να περιορίζεται σε ρόλο καθοδηγητικό, συντονιστικό, υποστηρικτικό και διευκολυντικό. Τις αποφάσεις τις παίρνει το ίδιο το άτομο.

——————————————————————————————————-

Οι θεωρίες επιλογής και ανάπτυξης σταδιοδρομίας προσφέρουν στους ερευνητές και τους συμβούλους σταδιοδρομίας πολύτιμες κατευθύνσεις σχετικά με τα πολύπλοκα φαινόμενα που εμπεριέχει μια τέτοια διαδικασία. Η έρευνα και οι θεωρίες αρχίζουν από την αρχή του 20ου αιώνα (Parsons, 1909) και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Σήμερα, οι θεωρίες χαρακτηριστικών και παραγόντων, ιδιαίτερη αυτή του Holland έχει τη μεγαλύτερη επίδραση, πιθανόν λόγω της ευκολίας εφαρμογής της. Παρ’ όλα αυτά αυξάνεται συνεχώς το ενδιαφέρον για τις θεωρίες μάθησης καθώς και για τις constructivists θεωρίες.