Ηλίας Λίβανός 

1. Εισαγωγή

Τόσο στον διεθνή όσο και στον ελληνικό χώρο, οι περισσότερες προσεγγίσεις που γίνονται για την αγορά εργασίας βασίζονται στην πλευρά της προσφοράς. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ανισορροπιών (imbalances) στην αγορά, με τη μορφή πλεονασμάτων και ελλειμμάτων δεξιοτήτων (skill shortages and surpluses). Με το παρόν άρθρο καταβάλλεται προσπάθεια να τονιστεί η σημασία του παράγοντα της ζήτησης και της εξισορρόπησής της με την προσφορά. Η έρευνα που έγινε για την εκπόνηση, αντλεί κυρίως τις πηγές της από την εμπειρία της Μεγάλης Βρετανίας και μερικώς των Ηνωμένων Πολιτειών. Ταυτόχρονα, γίνεται προσπάθεια προσαρμογής στα ελληνικά δεδομένα και συνοπτική παρουσίαση της ελληνική πραγματικότητας.  Το κύριο συμπέρασμα είναι πως, τόσο οι επιλογές των ατόμων σχετικά με την επιλογή του επαγγέλματος, όσο και αυτές των υπευθύνων για τη διαμόρφωση της   πολιτικής σχετικά με τα συστήματα διαμόρφωσης δεξιοτήτων, θα πρέπει να αποτελούν  ώριμο προϊόν εμπειρικής έρευνας, η οποία μπορεί να εξισορροπεί  τις αντικρουόμενες δυνάμεις της προσφοράς και ζήτησης δεξιοτήτων και να καταγράφει τις μελλοντικές τάσεις της αγοράς εργασίας. Αυτό ακριβώς αποτελεί και το βασικό περιεχόμενο του μοντέλου ‘Ισοζυγίου Προσφοράς και Ζήτησης  Επαγγελμάτων’ που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Πειραιώς,  της οποία μέλος είναι και ο γράφων.

2. Οι επικρατούσες απόψεις στο διεθνές παρασκήνιο.

Τα τελευταία χρόνια υποστηρίζεται με μεγαλύτερη έμφαση  στη Μεγάλη Βρετανία και στις Η.Π.Α, ότι η εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού αποτελεί παράγοντα πρωταρχικής σημασίας, καθώς θεωρείται κύριος  μοχλός οικονομικής ανάπτυξης. Στους κύκλους των  πολιτικών,  επιστημόνων και  στοχαστών, τείνει να επικρατήσει η παραδοχή ότι το κλειδί για την ανταγωνιστική υπεροχή ενός έθνους επικεντρώνεται στην ενίσχυση του εκπαιδευτικού συστήματος. Επομένως η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη διαμόρφωση δεξιοτήτων, η οποία θα αυξήσει την παραγωγικότητα και κατ’ επέκταση θα εξυψώσει το βιοτικό επίπεδο (Ashton και Green 1996).

Η άποψη αυτή έχει της ρίζες της κυρίως σε μια ομάδα αμερικανών οικονομολόγων, τους Gary Becker, Lester Thurow και Robert Reich (1983). O Reich (1991) υποστηρίζει ότι η συνεχής ανάπτυξη της  παγκόσμιας οικονομίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους περισσότερο εκπαιδευμένους πολίτες, ενώ η χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου θα πρέπει να αποδίδεται σε πολίτες με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Τη θεωρία του Reich, έχουν αποδεχθεί μεταξύ άλλων, η  Επιτροπή Κοινωνικής Δικαιοσύνης, (Commission on Social Justice),η Συνομοσπονδία Βρετανικής Βιομηχανίας (Confederation of British Industry),η Συνέλευση Εργατικών Σωματίων(Trade Union Congress) και το Ινστιτούτο των Διευθυντών (Institute of Directors) (Keep και Mayhew1995).

Η  ακόλουθη επισήμανση από τον  Thurow  είναι χαρακτηριστική της παραδοχής αυτής :

“Δείξτε μου ένα άτομο με δεξιότητες , μια  εταιρία ή μια  χώρα και θα σας δείξω ένα άτομο, εταιρία ή χώρα η οποία έχει πιθανότητες να  είναι επιτυχημένη. Δείξτε μου ένα ανειδίκευτο άτομο, μια εταιρία ή μια χώρα και θα σας δείξω μια αποτυχία στον 21 αιώνα. Στην οικονομία του μέλλοντος υπάρχει μόνο μια πηγή συγκριτικού πλεονεκτήματος : οι δεξιότητες (1994: 52).”

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το κίνημα New Labour  θεωρεί πως  ‘ η εκπαίδευση είναι η καλύτερη πολιτική που έχουμε’, ενώ ο Tony Blair προτείνει πως ‘εκπαίδευση, εκπαίδευση, εκπαίδευση’ αποτελεί το τρίπτυχο της επιτυχίας, πλατφόρμα ευημερίας  και κεντρικό σημείο στην κυβερνητική πολιτική.

3. Ο σύνδεσμος  μεταξύ υψηλών δεξιοτήτων και οικονομικής απόδοσης 

Έχοντας σκιαγραφήσει τη διεθνή παραδοχή, είναι σκόπιμο να διερωτηθεί κανείς κατά πόσο υπάρχουν επαρκή ευρήματα, τα οποία να ενισχύουν τη σχέση μεταξύ δεξιοτήτων και οικονομικής απόδοσης.

            Στην βιβλιογραφία υπάρχει ένας αριθμός μελετών οι οποίες υποστηρίζουν πως,  για να επιτευχθεί σταθερή οικονομική ανάπτυξη, θα πρέπει να υπάρχει ένα εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό (Solow 1957, Carre et al 1972, Mathews et al. 1982). Όμως, μια ισχυρή σχέση ανάμεσα σε εκπαίδευση και ανάπτυξη δεν μπορεί να καθοριστεί επακριβώς (Deer 2001). Αυτό οφείλεται στο ότι, εφόσον δεν υπάρχει μεθοδολογία  ικανή να δείξει πως η εκπαίδευση προηγείται της ανάπτυξης, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς  πως έθνη με ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και αυξημένο πλούτο μπορούν να επενδύσουν περισσότερα στην εκπαίδευση (ibid).

            Παράλληλα, υπάρχουν ορισμένες  μελέτες οι οποίες υποστηρίζουν πως ένα εκπαιδευμένο και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό είναι η ατμομηχανή της  οικονομικής  ανάπτυξης (Haskel και Martin 1996, Oulton1996). Κάποιες άλλες  εργασίες επικεντρώνονται στην παραγωγικότητα των αγγλοσαξονικών και δυτικοευρωπαϊκών εταιριών, υπογραμμίζοντας το πλεονέκτημα το οποίο παρέχει το προηγμένο εκπαιδευτικό τους σύστημα και ειδικότερα  της  Γερμανίας  (Mason et al.1996, Steedman και Wanger 1987, 1989).

            Οι Ashton και Green (1996), αναλύοντας εμπειρικές έρευνες, οι οποίες εξετάζουν το σύνδεσμο μεταξύ εκπαίδευσης και οικονομικής απόδοσης,  διατύπωσαν  ορισμένες  γενικές παρατηρήσεις, όπου υποστηρίζεται ότι παρότι στο ζήτημα αυτό υφίσταται μια ορισμένη  σχέση,  δεν  εξακριβώνεται ένας ισχυρός σύνδεσμος. Αυτό είναι αποτέλεσμα του γεγονότος  ότι τα περισσότερα εμπειρικά στοιχεία αποτυγχάνουν να καθορίσουν ορισμένες συσχετίσεις, ικανές να αποδείξουν την εξεταζόμενη υπόθεση. Πρώτα απ’ όλα, δεν μπορεί να αποδειχθεί πως η ευρύτερη εκπαίδευση  είναι επιθυμητή από οικονομική άποψη,  εφόσον  υπάρχουν ειδικότητες  των οποίων οι προοπτικές δεν είναι εφικτό να  αλλάξουν δια μέσου της εκπαίδευσης, παρά μόνο αν τροποποιηθεί το περιεχόμενό τους. Σύμφωνα με τις εμπειρικές έρευνες δεν προκύπτει ευθέως ότι μια περισσότερο εντατική εκπαίδευση οδηγεί σε διεύρυνση της οικονομικής ανάπτυξης. Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει επίσης ότι ο σύνδεσμος μεταξύ εκπαίδευσης και ανάπτυξης στις προηγμένες χώρες  ‘είναι τουλάχιστον αδύναμος’ (ibid). Ανεπαρκή είναι επίσης και τα στοιχεία, τα οποία επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι οι δεξιότητες αποτελούν κύριο παράγοντα επιρροής  της κατεύθυνσης των ξένων επενδύσεων. Τέλος, ούτε  η υπόθεση πως περισσότερη εκπαίδευση οδηγεί σε μεγαλύτερα κέρδη των επιχειρήσεων   υποστηρίζεται από  αρκετά στοιχεία και αυτό οφείλεται στο ότι το βασικό κριτήριο της ανταγωνιστικότητας είναι το κέρδος (ibid).

            Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν οδηγούν στην αμφισβήτηση της σχέσης μεταξύ εκπαίδευσης και οικονομικής απόδοσης, αλλά  περισσότερο στην υπόθεση ότι εφόσον η συσχέτιση τους είναι αδύναμη, η παγκόσμια παραδοχή δεν μπορεί παρά να είναι σε κάποιο βαθμό  αμφισβητήσιμη. Μια δεύτερη παρατήρηση είναι πως η παραδοχή περί του ισχυρού συνδέσμου μεταξύ εκπαίδευσης και οικονομικής ανάπτυξης  δεν αναφέρεται στο ποιες δεξιότητες είναι αυτές οι οποίες θα δώσουν το συγκριτικό πλεονέκτημα και θα οδηγήσουν σε οικονομική απογείωση. Αυτό οφείλεται  κυρίως στο ότι υιοθετούνται πρακτικές χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψη  ο παράγοντας της  ζήτησης,  του οποίου η σημασία αναλύεται παρακάτω.

4. Ο παράγοντας της  ζήτησης  

Η παραδοχή πως οι υψηλές δεξιότητες οδηγούν σε σπουδαία οικονομική απόδοση είναι συνυφασμένη με την υπόθεση πως στην ‘οικονομία της γνώσης’ η φύση της εργασίας έχει αλλάξει. Συγκεκριμένα οι Frenkel et al  υποστηρίζουν ότι ‘ο εργάτης της μπροστινής γραμμής (front line worker), έχει εξελιχθεί σε κεντρική φιγούρα της εργασίας του σύγχρονου καπιταλισμού’ (1999:6) και πως η ζήτηση της  εξατομικευμένης εργασίας είναι αυξημένη. Επομένως,  η εργασία  δεν μπορεί να βασίζεται στην προτυποποίηση (standardization) και τον απευθείας έλεγχο (direct control), με συνέπεια η ανάγκη για εργατικό δυναμικό χαμηλών δεξιοτήτων να μειώνεται (ibid). Στο Ηνωμένο Βασίλειο η κυβερνητική εκπαιδευτική πολιτική δίνει εξαιρετική προσοχή στις τάσεις αυτές (Department of Education and Employment -DTI- 1996, 1998, 1999, 2001), με αποτέλεσμα να  επικεντρώνεται στη συνεχή αύξηση των δεξιοτήτων (up-skilling) του εργατικού δυναμικού  με ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα των υπηρεσιών. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι  να παρέχεται συστηματική προσοχή στη βελτίωση της προσφοράς των δεξιοτήτων με πρωτοβουλίες όπως τα: Συστήματα Εκπαίδευσης Νέων (Youth Training Systems),Επενδυτές σε Ανθρώπους  (Investors in People),Εθνική Εκπαίδευση και Εκπαιδευτικές Αγορές  (National Education and Training Markets)  και άλλα (Keep και Mayhew 1995). Η επίμονή αυτή έχει χαρακτηριστεί από νεώτερους ακαδημαϊκούς ως ‘μυωπική’ (Lloyd και Payne 2000), καθώς δε λαμβάνει υπόψη της τον παράγοντα ζήτηση και με τον τρόπο αυτό είναι πιθανόν να προκύψουν λάθος συμπεράσματα. Για παράδειγμα, ενώ από τη  ζήτηση εργοδοτών -στην Βρετανία- προκύπτει πως υπάρχει αυξημένη ανάγκη για ειδικότητες  σε περιοχές του τομέα των υπηρεσιών οι οποίες χαρακτηρίζονται από χαμηλές πληρωμές  και  δεξιότητες,  όπως ο ξενοδοχειακός τομέας , οι  υπηρεσίες φροντίδας, ασφάλειας και καθαριότητας (Warhurst and Thompson 1998), η πλευρά της προσφοράς,  αγνοώντας τις τάσεις αυτές, κατευθύνεται στην παραγωγή περισσότερων  εργατών της γνώσης (knowledge workers). Ο κύριος λόγος για τον οποίο  συμβαίνει αυτό, είναι το ότι οι πολιτικοί αντλούν την ατζέντα τους κυρίως από γκουρού του μάνατζμεντ και από λόγιους- στοχαστές  (think takers), οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον στα προσιτά αυτά συνθήματα, χωρίς να κατέχουν παράλληλα  σχετική γνώση του αντικειμένου (ibid). Επίσης, έχει δημιουργηθεί ένα είδος νόμου του Say[1] στην αγορά εργασίας, με την απόλυτη υπόθεση, πως η προσφορά εργασίας δημιουργεί την δική της ζήτηση, με αποτέλεσμα όλο και λιγότερη προσοχή να δίνεται στην πλευρά της ζήτησης (Glynn and Gospel 1993). 

            Οι Finegold και Soscice, το 1998 υποστήριξαν πως υπάρχει πρόβλημα ζήτησης υψηλών δεξιοτήτων, καθώς ένας αριθμός εργοδοτών της Μεγάλης Βρετανίας  δεν χρειαζόταν ή πιθανόν δεν ήθελε εργαζομένους  υψηλών δεξιοτήτων. Οι  Glynn και  Gospel (1993) υποστηρίζουν πως οι βρετανοί εργοδότες ισχυροποιούν την υπάρχουσα κατάσταση των δεξιοτήτων και επομένως βασίζονται στην τεχνική συνέχεια και στην έντονη χρήση ημι-ειδικευμένων (semi-skilled) εργατών, παρά αυτών με υψηλές δεξιότητες. Eπομένως  οι βρετανικές επιχειρήσεις αποτυγχάνουν στην αναζήτηση  και πρόσληψη εργατών υψηλής εκπαίδευσης. Όσον αφορά τη διαδικασία πρόσληψης ή προαγωγής (selection process),  η σημασία των τυπικών προσόντων είναι σε μερικές περιπτώσεις αμφίβολη (Employment Department 1991, Collinson 1988). Επιπρόσθετα, όταν ορισμένοι βρετανοί εργοδότες είχαν την ευκαιρία να σχεδιάσουν προσόντα με βάση τις απαιτήσεις τους (δια μέσου των Εθνικών Επαγγελματικών Προσόντων –N.V.Q.-),  αυτοί έθεσαν τον πήχη χαμηλά (Prais, 1991, Smithers 1993). Πιο πρόσφατα οι  μελετητές Keep και Mayhew (1998), προσάρμοσαν την έρευνα των Finegold and Soscise στην επόμενη δεκαετία και υποστήριξαν πως η οικονομία της Μεγάλης Βρετανίας  εξακολουθεί να είναι συνυφασμένη με εργατικό δυναμικό χαμηλών δεξιοτήτων και πως παράγοντες όπως ο παγκόσμιος ανταγωνισμός και η τεχνολογική αλλαγή  δύσκολα θα την αποδεσμεύσουν από αυτήν την κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, η ιδέα της  ζήτησης χαμηλών δεξιοτήτων για το Η.Β. έχει βρει λίγη ανταπόκριση από την πολιτική ατζέντα, η οποία επικεντρώνεται στον παράγοντα της προσφοράς, ενώ φαίνεται πως δεν λαμβάνει υπ’ όψη   τη  ζήτηση χαμηλών δεξιοτήτων πολλών εργοδοτών (Lloyd and Payne 2000).

5. Πλεονάσματα και ελλείμματα δεξιοτήτων

Η άμεση συνέπεια της αναντιστοιχίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας  είναι η δημιουργία πλεονασμάτων και ελλειμμάτων  δεξιοτήτων, τα οποία σύμφωνα με την Metcalf (1995)  ‘περνούν φαινομενικά αντικρουόμενα μηνύματα σχετικά με την φύση των δεξιοτήτων που βρίσκονται σε ζήτηση’. Για παράδειγμα, στην Μεγάλη Βρετανία, από τη μια πλευρά τονίζεται  η σημασία  της ανώτατης εκπαίδευσης για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ από την άλλη  τα  ποσοστά ανεργίας μεταξύ όχι μόνο αποφοίτων ανώτατων σχολών αλλά και επιστημόνων είναι υψηλά,  παρότι η εκπαίδευση τους είναι μεγάλης χρονικής διάρκειας  και το κόστος ιδιαίτερα υψηλό (Pearson 1995). Για παράδειγμα, υπάρχουν στοιχεία ερευνών που υποστηρίζουν  πως στη Μεγάλη Βρετανία υπάρχουν περισσότεροι από αρκετοί απόφοιτοι ανώτατων σχολών, ενώ οι εργοδότες είναι κατακλυσμένοι από αιτήσεις για θέσεις αποφοίτων (AGR 1994). Όσον αφορά  το έλλειμμα στον κλάδο των  επιστημόνων, το οποίο χρονολογείται πάνω από έναν αιώνα (Weiner 1981), και πιο πρόσφατα των μηχανικών (Pearson 1989), στην τρέχουσα περίοδο  η κατάσταση έχει αλλάξει αφού ο κλάδος αυτός διανύει μια έξαρση η οποία έχει επηρεάσει την απασχόληση τους, με αποτέλεσμα  η προσφορά να υπερέχει της ζήτησης, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό υψηλά ποσοστά ανεργίας και υποαπασχόλησης (ibid).  Επίσης, αλλαγές όπως η μετακίνηση προς τον τριτογενή τομέα της παραγωγής, ο οποίος χαρακτηρίζεται από περιοχές υψηλών δεξιοτήτων, αλλαγές τεχνολογικές  όπως και στις πρακτικές των ανθρώπινων πόρων (human resource practices), υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα των υψηλών δεξιοτήτων, ενώ την ίδια στιγμή σημαντική ανάπτυξη παρατηρείται σε τομείς οι οποίοι απαιτούν λιγότερες δεξιότητες όπως ο τουρισμός, η ψυχαγωγία και οι οικιακές  υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα των παραπάνω, είναι μια γενική σύγχυση γύρω από το είδος των ζητούμενων δεξιοτήτων και την κατεύθυνση την οποία τα συστήματα εκπαίδευσης πρέπει να ακολουθήσουν (Metcalf 1995). Επομένως, όπως προτείνουν οι Glynn και Gospel (1993), ‘η απόκτηση των δεξιοτήτων οφείλει να αναλύεται με όρους της προσφοράς και ζήτησης’. Με άλλα λόγια είναι απαραίτητο για τα άτομα που βρίσκονται στο στάδιο της επιλογής επαγγελματικής πορείας και συνεπώς προσκόμισης αντίστοιχων προσόντων να κάνουν μια εκτίμηση ως προς την προσφορά και ζήτηση των δεξιοτήτων πριν αποφασίσουν  ποιο είναι το επάγγελμα που θέλουν να ακολουθήσουν και, κατά συνέπεια, τα προσόντα που θα αποκτήσουν. Από την παραπάνω ανάλυση, και συγκεκριμένα από την σύγχυση η οποία προκαλείται  μεταξύ  των αντικρουόμενων δυνάμεων της προσφοράς και ζήτησης  δεξιοτήτων, μπορεί να διαπιστωθεί η χρησιμότητα της εμπειρικής έρευνας για την καταγραφή  όχι μόνο της προσφοράς αλλά και της ζήτησης των δεξιοτήτων.

            Η κατανόηση  των πλεονασμάτων και ελλειμμάτων δεξιοτήτων, απαιτεί την γνώση των συστημάτων διαμόρφωσης των δεξιοτήτων (skill formation systems), καθώς αυτά είναι εκείνα τα οποία παρέχουν την προσφορά. Είναι επομένως ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τον τρόπο που διαμορφώνονται τα συστήματα αυτά.

6.  Συστήματα διαμόρφωσης δεξιοτήτων

Στη διεθνή βιβλιογραφία μπορεί κανείς να βρει ένα σημαντικό αριθμό μελετών οι οποίες προσπαθούν να αναπτύξουν διάφορες τυπολογίες συστημάτων εκπαίδευσης και απόκτησης δεξιοτήτων. Ορισμένες  από τις σημαντικότερες προσεγγίσεις οι οποίες έχουν αναπτυχθεί είναι: η εκπαιδευτική, η οποία επικεντρώνεται στην αναγνώριση των διαφόρων μοντέλων παροχής της εκπαίδευσης (Furth 1985, Green 1991, Callidois 1994), μελέτες αγοράς εργασίας, οι οποίες έχουν ως σημείο εκκίνησης την δομή των ευκαιριών εργασίας με επίπτωση στην παροχή εκπαίδευσης (Marsden 1986, 1994a, 1994b, Soscise 1994, Koike and Inoki 1990, Koike 1995) και τέλος η κοινωνική, η οποία επικεντρώνεται στην αλληλεξάρτηση μεταξύ των διάφορων κατηγοριών  εκπαίδευσης, των οργανισμών και των εργασιακών σχέσεων  (βλέπε Maurice et al. 1986, Maurice 1992, 1993, Sorge and Warner 1980, 1986). Πιο πρόσφατα η ίδια υπόθεση  υποδεικνύει  τις διαφορές μεταξύ χωρών όσον αφορά στη δομή της εργασίας, το συγχρονισμό της και τα συστήματα καριέρας και προσόντων (Maurice 1994). Οι παραπάνω προσεγγίσεις δε λαμβάνουν υπόψη τους τον ρόλο του κράτους, καθώς δίνουν κύρια έμφαση στη στατική σημασία των εκπαιδευτικών συστημάτων (Ashton, Sung and Turbin 2000).  Τέλος,   κάποιες άλλες μελέτες, επικεντρώνουν την ανάλυση και τα συμπεράσματά τους στις κοινωνικές και πολιτισμικές αξίες των επιμέρους κοινωνιών (Castro and Alfthan 1992, D’Iribarne 1991).

            Σύμφωνα με τους Ashton et al. (2000), στην κατανόηση των συστημάτων διαμόρφωσης δεξιοτήτων, κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι σχέσεις μεταξύ του κράτους, των συστημάτων εκπαίδευσης (τα οποία παρέχουν τις δεξιότητες), του κεφαλαίου (με την μορφή των εργοδοτών) από τους οποίους προέρχεται η ζήτηση, και των εργαζομένων οι οποίοι παρέχουν την προσφορά. Επομένως είναι σημαντικό να τονιστεί  πως όλα τα παραπάνω στοιχεία συνδυάζονται, εξαρτώμενα από τον παράγοντα χρόνο και για τον λόγο αυτό κανείς από τους παραπάνω παράγοντες δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά.

            Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να γίνει αναφορά σε δύο αντίθετες πολιτικές διαμόρφωσης δεξιοτήτων, αυτές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Σιγκαπούρης (Ashton et al.2001). Στις Η.Π.Α., ο βασικός μηχανισμός για τη διαμόρφωση των δεξιοτήτων είναι η αγορά, και πάνω της  στηρίζεται η προσαρμογή της προσφοράς και ζήτησης εργασίας  και ο καθορισμός του είδους των δεξιοτήτων.  Όταν οι αμερικάνοι εργοδότες αντιληφθούν ελλείψεις δεξιοτήτων στην αγορά, αυξάνουν την τιμή που καταβάλουν για τις  συγκεκριμένες δεξιότητες με αποτέλεσμα  η αγορά να εισπράττει τα κατάλληλα μηνύματα. Ως αποτέλεσμα, οι γονείς κυρίως αλλά και το φιλικό περιβάλλον ενός νέου ή νέας τους ενθαρρύνουν να αποκτήσουν την  αντίστοιχης εκπαίδευσης ασκώντας  ταυτόχρονα πίεση στις σχολές, ώστε να παρέχουν συναφής εκπαιδευτικές κατευθύνσεις. Ο ρόλος του κράτους επικεντρώνεται στο να εξασφαλίζει τις κατάλληλες συνθήκες  παροχής της εκπαίδευσης. Είναι φανερό λοιπόν πως  την ευθύνη για την προώθηση των  ζητούμενων δεξιοτήτων φέρουν οι πολίτες και κυρίως οι εργοδότες. Στην περίπτωση της Σιγκαπούρης, ο σχετικός μηχανισμός λειτουργεί ακριβώς αντίθετα. Η αγορά επηρεάζεται από το συντονισμό της προσφοράς και της ζήτησης από την κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, ο κυβερνητικός προγραμματισμός , αναφορικά με  το είδος των βιομηχανιών τις οποίες επιθυμεί να προσελκύσει, διαμορφώνει την αγορά  και, συνδυαζόμενο με τη γνώση η οποία απορρέει από τη  ζήτηση που εμφανίζει η εργοδοτική πλευρά, αναγνωρίζει τις εθνικές ανάγκες δεξιοτήτων. Σε αντίθεση με τις Η.Π.Α., ο ρόλος της κυβέρνησης είναι εξαιρετικής σημασίας, αφού καθορίζει τη μελλοντική κατεύθυνση της  οικονομίας. Συγκεκριμένα, επηρεάζει το εκπαιδευτικό σύστημα και ενθαρρύνει του εργοδότες να οδηγούν το εργατικό δυναμικό στην κατεύθυνση των αναγκαίων δεξιοτήτων που απαιτεί η πορεία της οικονομικής ανάπτυξης.  

            Στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας  όπως ισχυρίζονται οι Ashton et al. (2001),  δεν φαίνεται να υπάρχει συγκεκριμένη πολιτική, καθώς η συνεχής εισαγωγή και απόσυρση προγραμμάτων (Industrial Training Boards, τα  apprenticeships κ.α.) προτείνουν ‘έλλειψη στρατηγική,  οράματος … και  συνέπειας στις προσεγγίσεις’ (ibid).

7. Η περίπτωση της Ελλάδας

            Όσον αφορά στην Ελλάδα, η προσέγγιση για το σύστημα διαμόρφωσης δεξιοτήτων δεν μπορεί να ενταχθεί σε καμία από τις παραπάνω προσεγγίσεις . Ούτε το εκπαιδευτικό σύστημα προσαρμόζεται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ούτε η αγορά εργασίας επηρεάζεται από  τον συντονισμό της προσφοράς και ζήτησης. Το εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει αμετάβλητο, παρά τις μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας και την εμφάνιση πλεονασμάτων και ελλειμμάτων δεξιοτήτων. Ο ρόλος του κράτους είναι ιδιαίτερα σημαντικός, αφού κατευθύνει το εκπαιδευτικό σύστημα προς τις ανάγκες του δημόσιου τομέα, παρ’ όλη της σταδιακή έστω και μερική συρρίκνωσή του (Karadinos 2000). Επιπρόσθετα, η σύνδεση μεταξύ εκπαιδευτικού συστήματος και αγοράς εργασίας είναι περίπου ανύπαρκτη. Συγκεκριμένα, οι ανάγκες της αγοράς για ειδικότητες μεταβάλλονται και εξελίσσονται, ενώ το σύστημα παραμένει σταθερό με αποτέλεσμα την “παραγωγή ανέργων”[2]. Ένα παράδειγμα της ελάχιστης ανταπόκρισης του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, είναι το γεγονός ότι οι απόφοιτοι μαθηματικοί, φυσικοί και κοινωνιολόγοι οι οποίοι διαγωνίζονται για θέσεις διδασκαλίας σε δημόσια σχολεία επαρκούν για την κάλυψη θέσεων πολλών μελλοντικών δεκαετιών. Παρ’ όλα αυτά , τα Πανεπιστήμια συνεχίζουν να παράγουν απόφοιτους στους ίδιους αυτούς κορεσμένους τομείς και πιθανόν σε αυξανόμενους αριθμούς (European Commission 1996). Επίσης, έχει υποστηριχθεί (ibid) πως το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα προμηθεύει την αγορά εργασίας με ανειδίκευτους και ημι-ειδικευμένους εργαζόμενους, ενώ η τάση αυτή φαίνεται να είναι μη αναστρέψιμη. Όπως σημειώνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1996)  ‘η αναγνώριση των αναγκών της αγοράς εργασίας είναι άγνωστη και κάποιες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις αποτελούν την εξαίρεση και όχι την νόρμα’(σ. 99).

            Σε ένα πρόσφατο συνέδριο[3] του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, έμφαση δόθηκε στο ότι πρέπει να δρομολογηθούν εξελίξεις, έτσι ώστε το εκπαιδευτικό σύστημα να προσαρμόζεται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Ο πρώην υπουργός εργασίας, Τάσος Γιαννίτσης, στο ίδιο συνέδριο  τόνισε πως το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι πάντοτε ικανό να αυξάνει την απασχόληση και αναφέρθηκε στο γεγονός πως οι δείκτες της ανεργίας είναι υψηλότεροι για άτομα με ανώτατη εκπαίδευση από ότι άτομα για με τη βασική εκπαίδευση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (1996),  όπου αναφέρεται πως άτομα με τη βασική εκπαίδευση αντιμετωπίζουν χαμηλό ρίσκο ανεργίας σε αντίθεση με αυτούς των οποίων η εκπαίδευση είναι ανώτερη ή ανώτατη. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. όπου η εκπαίδευση μειώνει τις πιθανότητες της ανεργίας (ibid).

8. Συμπεράσματα

Από την παραπάνω ανάλυση γίνεται φανερό πως οι περισσότερες διεθνείς προσεγγίσεις απόκτησης δεξιοτήτων οι οποίες βασίζονται στην πλευρά της προσφοράς δεν φαίνεται να εξηγούν επαρκώς τις σοβαρές ανισορροπίες της προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα, εμφανίζονται ελλείμματα και πλεονάσματα δεξιοτήτων  με αποτέλεσμα υψηλούς δείκτες διαρθρωτικής ανεργίας .  Όσον αφορά την Ελλάδα, το πρόβλημα γίνεται ακόμα εντονότερο λόγω της ανελαστικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και της αποτυχίας του να προσαρμόζεται στις εξελισσόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας. Αυτό το οποίο προτείνεται με το παρόν άρθρο είναι πως πρέπει να λαμβάνεται υπ΄ όψη ο παράγοντας της ζήτησης και συγκεκριμένα θα πρέπει να πραγματοποιείται τακτική έρευνα της αγοράς, η οποία θα συνεκτιμεί την   προσφορά και ζήτηση της εργασίας και θα καταγράφει τους κλάδους της οικονομίας με θετικές, ουδέτερες ή αρνητικές προοπτικές.  Με βάση τις τάσεις αυτές και γνώμονα το ισοζύγιο της προσφοράς και ζήτησης θα μπορέσουν τα άτομα και η κυβερνητική πολιτική να κατευθύνουν ορθολογικότερα τις αποφάσεις τους.

Ευχαριστίες

Ο συγγραφέας θα ήθελε να ευχαριστήσει θερμά τον καθηγητή κ. Θόδωρο Κατσανέβα και τον Director του Industrial Relations Research Unit , του πανεπιστημίου Warwick της Αγγλίας, Professor Paul Marginson για την πολύτιμη καθοδήγησή τους. Επίσης, την οικονομολόγο Πολυτίμη Φουρνάρου, την καθηγήτρια Μερόπη Πανταζίδου, τον υποψήφιο διδάκτορα της Α.Σ.Ο.Ε. Δημήτρη Μπράχο, τον Δημήτρη Σιούντρη, στέλεχος εταιρίας συμβούλων και τέλος τον συγγραφέα Βασίλη Χειλά για την ανάγνωση και τα σχόλιά τους πάνω στο κείμενο.

Σημειώσεις

  1. http://www.dur.ac.uk/~ded0www/edstudies/intro1.html
  2. Ο Baptiste Say (1763-1842) υποστήριξε πως η προσφορά των αγαθών δημιουργεί τη δική της ζήτηση και επομένως σε μια ελεύθερη οικονομία δεν μπορεί να υπάρξει υπερπαραγωγή. Η πρόταση  αυτή είναι γνωστή και ως νόμος του Say.  
  3. Η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Θόδωρο Κατσανέβα σε συνεδρίαση της Βουλής.
  4. Τα πρακτικά του συνεδρίου παρουσιάζονται στο site http//www.fgi.org.gr

Βιβλιογραφία

Αγγλική

  • Ashton, D., Green, F. 1996: ‘Education, Training and the Global Economy’, Edward Elgar
  • Ashton, D., Sung, J., Turbin, J. 2000: ‘Towards a framework for the comparative analysis of national systems of skill formation’, International Journal of Training and Development, 4,1
  • Ashton, D., Green, F., James, D., Sung, J. 1999: ‘Education and Development in East Asia: The Political Economy of Skill Formation in Newly Industrialized Countries’, London, Routledge
  • Calloids, F. 1994: ‘Converging Trends amidst Diversity in Vocational Training Systems’, International Labour Review’, 133,2
  • Carre, J. 1972: ‘La croissance franssance: un essai d’analyse economique causale de d’enseignement’, Paris, Editions de Minut 
  • Castro, M. 1992: ‘Five Training Models, ILO Training Policies Branch’, Occasional Paper no 9, Geneva ILO

.

  • Collinson, D. 1988: ‘Barriers to fair selection: a multi-sector study of recruitment practices’, London: HMSO
  • Deer, C. 2001: ‘Higher Education and Economic Development’, SKOPE research paper no 17
  •    DfEE 1996: ‘Learning to compete: education and training for the 14-19 years       old, London: HMSO
  •    DfEE 1998: ‘The Learning Age’, London: HMSO
  •    DfEE 1999: ‘Opportunity for all: skills for the new economy’
  •    DfEE 2001: ‘Opportunity and skills in the knowledge-driven economy’, London, DfEE
  • D’Iribarne, P. 1991: ‘Culture et “effet societal”, in Revue francaise sosiologie’, vol.XXXII, No. 4, pp 599-614
  • Edwards, R., Garonna, P. 1991: ‘Patterns of Public Intervention in Training and Labour in Italy and the US’ in Ryan, P., Garona, P., Edwards, R. (eds): ‘The Problem of Youth Unemployment and Training in the Advanced Economies’, London, McMillan
  • Employment Department 1991: ‘Into Work’, Skills and Enterprise Briefing, Issue 15/91
  • European Commission 1996: ‘Labour Market Studies: Greece’, Employment and Social Affairs
  • Finegold, D., Soskise, D. 1988: ‘The Failure of Training in Britain: Analysis and Perception’, Oxford Review of Economic Policy, vol. 4 (3), pp. 21-53
  • Frenkel, S., Korczynski, M., Shire, H., Tam, M. 1999: ‘On the Front Line: Organization of Work in the Information Economy’, Ithaka: Cornell University Press
  • Furth, D. 1985: ‘Education and Training After Basic School’, Paris, OECD
  • Glyn, S., Gospel, H. 1993: ‘Britain’s low skill equilibrium: a problem of demand?’, Industrial Relations Journal, vol. 24, no 2, pp 112-125
  • Green, F. 1991: ‘The Reform of 16 Education and Training and the lessons from Europe’, Journal of Education Policy, vol. 6. no. 3, pp 327-339
  • Haskel, J., Martin, C. 1996: ‘Skill shortages, Productivity Growth and Wage Inflation’ in Booth, A., Shower, D. (eds) ‘Acquiring skills, Market Failures, Their Symptoms and Policy Responses’, Center for Economic Policy Research, pp 147-174
  • Karadinos, D. 2000: ‘Labour Market Shortages and Skill Gaps: GREECE’, Sysdem, Athens
  • Keep, E., Mayhew, K. 1995: ‘Training Policy for Competitiveness: time for a new perspective? In Metcalf, H. (ed) 1995: ‘Future Skill Demand and Supply’, Policy Studies Institute, London
  • Koike, K., Inoki, T. 1990: ‘Skill Formation in Japan and South East Asia’, Tokio, University Tokio Press
  • Koike, K. 1995: ‘The economics of work in Japan’, Tokyo: LTCB International Foundation Labrary
  •    Lloyd C., Payne, J. 2000: ‘The limits of possibility: A critical Review of

      C.Crouch, D.Fineglold, M.Sako1999:  ‘Are Skills the Answer?’ The Political

      Economy of Skill Creation in Advanced Industrial Societies, SKOPE

      Research Paper no 7

  • Mason, G., Van Ark, B., Wagner, K. 1996: ‘Workforce Skills, Product Quality and Economic Performance’, in Booth, A., Shower, D. (eds) ‘Acquiring skills, Market Failures, Their Symptoms and Policy Responses’, Center for Economic Policy Research, pp. 175-178
  • Marsden, D. 1986: ‘The end of economic man? Custom and competition to labour markets’, Brighton, Wheatshef
  • Marsden, D 1994a: ‘The Integration of European Labour Markets’, in Social Europe: European Integration and European Labour Markets, Supplement 1:94: European Commission
  • Marsden, D 1994b: ‘Skills and the integration of European Labour Markets’, in Social Europe op sit.
  • Mathews, R., Feinstein, H. 1982: ‘British Economic Growth 1856-1973. Oxford, Clarendon Press
  • Maurice, M. 1992: ‘L’arrimage entre l’enterprise et le system d’education en matire de formation professionale; les cas de la France, de l’Allemange ed du Japon, Paper presented to international conference, Universitu of Laval, Quebec
  • Maurice, M. 1993: ‘La formation professionale en France an Allemange et au Japon: trios types de relations entre l’ecole et l’enterprise, Enterprises et Histoire, no 3
  • Maurice, M., Sellier, F.,  Silvestre, J. 1986: ‘The Social Foundations of Industrial Power: a comparison of France and Germany’, Cambridge, Mass: The MIT Press
  • Metcalf, H. (ed) 1995: ‘Future Skill Demand and Supply’, Policy Studies Institute, London
  • Oulton, N. 1996: ‘Workforce Skills and Export Competitiveness’, in Booth, A., Shower, D. (eds) ‘Acquiring skills, Market Failures, Their Symptoms and Policy Responses’, Center for Economic Policy Research, pp. 199-230
  • Pearson, R. 1989: ‘How many graduates do we need in the 21st century?’, Brighton: Institute for Employment Studies
  • Pearson, R. 1995: ‘As the labour market for scientists and technologists becomes more international do we need to train more?’ in Metcalf, H. (ed) 1995: ‘Future Skill Demand and Supply’, Policy Studies Institute, London
  • Prais, S. 1991: ‘How Europe would see the Britain’s new initiative for standardizing vocational qualification’, National Institute of Economic Review, 129, pp 52-52
  • Reich, R. 1983: ‘The Next American Frontier’, Middlessex, Penguin
  • Reich, R. 1992: ‘The work of nations’
  • Smith, A., Bartholomew, D. 1988: ‘Manpower Planning in the United Kingdom: A Historic Review’, Journal of the Operational Research Society. Vol. 39, pp 235-248
  • Smithers, A. 1993: ‘All our Futures: Britain’s Educational Revolution’, Manchester University: Center for Education and Employment Research.
  • Solow, R. 1956: ‘A Contribution to the Theory of Economic Growth’, The Quarterly Journal of Economics 70 (1), pp 65-96
  • Steedman. H., Wagner, K. 1987: ‘A second look in productivity, Machinery and Skills in Britain and Germany’, National Institute of Economic Review, pp 84-95
  • Steedman. H., Wagner, K. 1989: ‘Productivity, Machinery and Skills: Clothing Manufacture in Britain and Germany, National Institute Economic Review, pp 41-57
  • Thurow, L. 1994: ‘New game, news rules, new strategies’, RSA Journal. Vol CXLII, NO 5454, pp 50-56
  • Warhurst, C., Thomson, P. 1998: ‘Hands, Hearts and Minds: changing work                                

    And workers at the end of the century; in Thomson, P., Warhurst, C. (eds),

      Workplaces of the future, Bansingstoke, Mcmillan Business

  •  Weiner, M. 1981: ‘English Culture and the Decline of the Industrial Spirit 1850-1950’, Cambridge’, Cambridge University Press

Ελληνική

  • Κατσανέβας Θ. 1998: ‘Επαγγέλματα του Μέλλοντος’, Εκδόσεις Παπαζήση
  • Κατσανέβας Θ. 2001: ‘Έρευνα για της Προοπτικές της Απασχόλησης στην Αγορά Εργασίας και τον προσδιορισμό της Ζήτησης Ειδικοτήτων στις 13 Περιφέρεις της Χώρας’, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Ο.Α.Ε.Δ.
  • Κατσανέβας Θ. 2002: ‘Τα Επαγγέλματα του Μέλλοντος και του Παρελθόντος’, Παττάκης