3.4. Σύγχρονες τάσεις για τον επαγγελματικό προσανατολισμό

 

Η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα του 21ου αιώνα, συνοδεύεται από τη διαρκή μετεξέλιξη του είδους και του περιεχομένου της εργασίας και των επαγγελμάτων, την ανατροπή των υφιστάμενων εργασιακών σχέσεων και την αποσταθεροποίηση της απασχόλησης. Στην παγκοσμιοποιημένη σύγχρονη εποχή της υψηλής τεχνολογίας, αναδεικνύεται μια νέα έννοια, αυτή της «απασχολησιμότητας», δηλαδή «της ευελιξίας και ετοιμότητας του σύγχρονου ανθρώπου να επαναπροσανατολίζει τη σταδιοδρομία του, στην κατεύθυνση νέων ειδικοτήτων που ανατέλλουν, μέσα από την ταχύτατη μετεξέλιξη της σύγχρονης τεχνολογίας» Ως συμπληρωματικός αναφέρεται τελευταία ο όρος «flexicurity» που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «ευέλικτη εργασία με ασφάλεια»[1]. Στα πλαίσια των εξελίξεων αυτών, βαρύνουσα σημασία αποκτά η «δια βίου κατάρτιση» και η ανάγκη ευελιξίας στις μεταβαλλόμενες συνθήκες εργασίας. Κατ’ επέκταση, ο επαγγελματικός προσανατολισμός οφείλει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα της δια βίου συμβουλευτικής και επαγγελματικού προσανατολισμού. ‘Η όπως επίσης αποκαλείται πιο πρόσφατα, σε «συμβουλευτική για την ανάπτυξη της σταδιοδρομίας»[2] που ορίζεται ως «η συμβουλευτική υποστήριξη για τον δια βίου προσανατολισμό ενός ατόμου σε κατάλληλα επαγγέλματα και γενικότερα για την ανάπτυξη της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας». Η τελευταία, αποτελεί μια διαχρονική διαδικασία στη διάρκεια ολόκληρης της εργασιακής ζωής ενός ατόμου που προβλέπεται, κατά μέσο όρο, να αλλάζει 8-10 επαγγέλματα, ειδικότητες ή θέσεις εργασίας[3]. Οι συχνές αλλαγές επαγγέλματος, ειδικότητας και θέσεων εργασίας στη νέα εποχή της υψηλής τεχνολογίας, οδηγούν νομοτελειακά στην καθιέρωση της δια βίου συμβουλευτικής για τον Ε.Π και τη σταδιοδρομία. Στο κοντινό μέλλον, οι φορείς που διαχειρίζονται το θεσμό μέσα από διαφορετικές δημόσιες υπηρεσίες, στην εκπαιδευση και την αγορά εργασίας, είναι πολύ πιθανό να ενοποιηθούν ή να συνεργάζονται σε στενή βάση[4]. Η συμβουλευτική ανάπτυξης σταδιοδρομίας, για να λειτουργήσει επιτυχώς, συνεπάγεται την ενοποίηση ή τη στενή συνεργασία των διάφορων υπηρεσιών που ασκούν Ε.Π. στην εκπαίδευση, στους δημόσιους φορείς επαγγελματικού προσανατολισμού και απασχόλησης, υπό την αιγίδα ή τη συντονιστική δράση δημοτικών κέντρων για τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την Απασχόληση, με κεντρικό συντονιστή Εθνικά Κέντρα επαγγελματικού προσανατολισμού, που ήδη λειτουργούν με παρόμοιους ή συναφείς τίτλους, σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης). Ο ενοποιημένος θεσμός παρέχει υπηρεσίες συμβουλευτικής καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας ενός ατόμου, από το σχολείο μέχρι και την ύστερη ωριμότητα και παρεμβαίνει με αυξημένη παρουσία σε ειδικές κατηγορίες του πληθυσμού, όπως οι γυναίκες, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, οι αποφυλακισμένοι, τα ΑΜΕΑ κλπ[5]. Επισημαίνεται επίσης, ότι αν και στη συμβουλευτική σταδιοδρομίας συνήθως καταφεύγουν γόνοι μεγαλομεσαίων εισοδηματικών τάξεων, οι υπηρεσίες της είναι περισσότερο αναγκαίες για άτομα περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων, αφού με τον τρόπο αυτό μπορεί να τους δοθούν ευκαιρίες επιλογής κατάλληλων επαγγελμάτων και σημαντικής ιεραρχικής ανέλιξης. Έτσι ο Ε.Π. μπορεί να υπηρετήσει και την ανάγκη μερικής έστω άρσης των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

Ύστερα από τις ως άνω διαπιστώσεις, αναδεικνύεται κυρίαρχη η ανάγκη αναθεώρησης της παλαιότερης θεωρητικής προσέγγισης του θεσμού με επίκεντρο τη βαρύτητα που αποκτά ο πολυεπιστημονικός του χαρακτήρας, ο συνδυασμός των ψυχομετρικών και οικονομικών δεδομένων, με την υποστήριξη της κοινωνιολογίας των επαγγελμάτων και της παιδαγωγικής. Η έρευνα για το περιεχόμενο, το είδος και κυρίως για τη μετεξέλιξη των επαγγελμάτων, τις προβλέψεις για τις προοπτικές τους, σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο οικονομικό και εργασιακό γίγνεσθαι, αποτελούν πλέον αναπόσπαστο τμήμα της συμβουλευτικής σταδιοδρομίας για τον επαγγελματικό προσανατολισμό. Η καχυποψία και η άρνηση που υπήρχε απέναντι στην οικονομική διάσταση του ζητήματος για τις προβλέψεις των προοπτικών της αγοράς εργασίας και των επαγγελμάτων, σήμερα πλέον τείνει να εκλείψει. Ο επαγγελματικός προσανατολισμός, η συμβουλευτική σταδιοδρομίας ή καριέρας, εμπεριέχουν μέσα και στην ίδια την εννοιολογική τους διάσταση λέξεις-κλειδιά, όπως «επάγγελμα» και «σταδιοδρομία» ή «καριέρα», που εμπίπτουν στην κατεξοχήν οικονομική θεώρηση του ζητήματος. Πολύ περισσότερο μάλιστα στη σημερινή εποχή, όπου πολλά επαγγέλματα πολλαπλασιάζονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται, διασπώνται, άλλα συρρικνώνονται, άλλα πεθαίνουν, την ίδια ώρα που νέα γεννιούνται. Η σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας προσγείωσε αντιλήψεις του παρελθόντος που απέκλειαν ή τοποθετούσαν στο περιθώριο αυτή την οικονομική και κοινωνιολογική διάσταση, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι σήμερα οι επιλογές σπουδών και επαγγέλματος γίνονται με επίκεντρο τις επαγγελματικές προοπτικές, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι μια τέτοια μονόπλευτη αντίληψη είναι σωστή. Γεγονός είναι ότι, στη σύγχρονη εποχή, διαπιστώνεται ότι ισχυρή είναι η διεπιστημονική θεώρηση του θεσμού με τη συμβολή του κλάδου της ψυχολογίας της εργασίας, της οικονομικής της εργασίας, της κοινωνιολογίας των επαγγελμάτων και της παιδαγωγικής. Σε αυτοτελή μεταπτυχιακά προγράμματα στην οικονομική της εργασίας που παρέχονται σε ευρύτατη κλίμακα διεθνώς, διδάσκονται μαθήματα ψυχολογίας της εργασίας και ανθρώπινων πόρων. Η κοινωνιολογία των επαγγελμάτων αποτελεί έναν αναπτυσσόμενο νέο κλάδο όπου διεθνώς παρέχονται αυτοτελή μεταπτυχιακά διπλώματα σε επίπεδο Μάστερ. Η ψυχολογία της εργασίας και ειδικότερα η ψυχομετρία και η παιδαγωγική, δεν παύουν φυσικά να αποτελούν κυρίαρχα συστατικά του Ε.Π. και να παρέχουν τα πλούσια φώτα τους στη θεωρία και την πρακτική του εφαρμογή. Όμως, ένας «μονόχρωμος και στατικός φωτισμός», όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν αρκεί στην πραγματικότητα του σήμερα και του αύριο, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των ταχύτατων μετεξελίξεων της τεχνολογίας, της οικονομίας, της απασχόλησης και των επαγγελμάτων. Η ψυχολογία της εργασίας και η ψυχομετρία επικεντρώνονται στη διερεύνηση της προσωπικότητας ενός ατόμου, του χαρακτήρα, των κλίσεων, των ενδιαφερόντων, των ικανοτήτων-δεξιοτήτων, στις επιμέρους ιδιαιτερότητές της. Η οικονομική της εργασίας και η κοινωνιολογία των επαγγελμάτων, διεισδύουν στον κόσμο της εργασίας και των επαγγελμάτων και διερευνούν το είδος, τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις άσκησής τους, καθώς και τις προοπτικές τους στο ραγδαίως μεταβαλλόμενο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον. Η παιδαγωγική εντρυφεί στην καλύτερη δυνατή μετάδοση της γνώσης της συμβουλευτικής για την ανάπτυξη της σταδιοδρομίας. Κατ’ επέκταση των παραπάνω συλλογισμών και σύμφωνα με τις κυρίαρχες διεθνείς τάσεις, η σύγχρονη συμβουλευτική για τον Ε.Π., βρίσκεται στο σταυροδρόμι της συνάντησης διάφορων κοινωνικών επιστημών και ειδικότερα της ψυχολογίας της εργασίας, της οικονομικής της εργασίας της κοινωνιολογίας των επαγγελμάτων και της παιδαγωγικής. Στον κλάδο συνεισφέρουν και άλλοι τομείς όπως η οργανωτική ψυχολογία, η διαχείριση ανθρώπινων πόρων, η στατιστική και η πληροφορική στην περίπτωση της χρήσης αυτοματοποιημένων τεστ και της καλύτερης δυνατής διαχείρισης και διάχυσης της πληροφόρησης μέσω ηλεκτρονικών αρχείων, βιβλιοθηκών και του διαδικτύου. Το βάρος που δίνει ο καθένας στις διάφορες πτυχές του ζητήματος, μπορεί να είναι συνάρτηση της επιστημονικής του προέλευσης, των γνώσεων και των απόψεών του. Γι’ αυτό και σήμερα ένας σύμβουλος σταδιοδρομίας ή σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού, με προέλευση βασικών σπουδών σε έναν από τους ως άνω τομείς ή με σπουδές σε άλλους κλάδους κοινωνικών ή θεωρητικών επιστημών, όπως η φιλολογία, η θεολογία, η νομική κλπ., οφείλει να συμπληρώσει την ειδίκευσή του με ιδιαίτερη έμφαση προς τις κατευθύνσεις εκείνες όπου έχει τις μεγαλύτερες ελλείψεις.

Στα πλαίσια της σύγχρονης διεπιστημονικής ολιστικής αντίληψης για τη λειτουργία του θεσμού και ειδικότερα της συμβουλευτικής για την ανάπτυξη της σταδιοδρομίας, προβλέπεται ο επαναπροσδιορισμός και η ενοποίηση ή συνεργασία όχι μόνο των συναφών δομών δράσης, αλλά και των σχετικών όρων. Υπό το ίδιο πρίσμα, προβάλλεται και η νέα ενιαία ονομασία «λειτουργοί συμβουλευτικής-προσανατολισμού ή λειτουργοί συμβουλευτικής κα επαγγελματικού προσανατολισμού»[6]. Σε μια προσπάθεια σύγχρονης προσέγγισης του Ε.Π., επισημαίνεται ότι ο θεσμός ως έννοια και περιεχόμενο, απαιτεί κατ’ αρχήν γνώσεις ψυχολογίας της εργασίας και παιδαγωγικής ή των επιστημών της αγωγής[7]. Με δεδομένο ότι εμπεριέχει επίσης την έννοια του επαγγέλματος που αποτελεί κατεξοχήν οικονομικό όρο, είναι αυτονόητο ότι απαιτούνται γνώσεις οικονομικής της εργασίας, της κοινωνιολογίας των επαγγελμάτων, ή επαγγελματολογίας.[8]. Ανάλογες υποθέσεις γίνονται και για το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «συμβουλευτική για την ανάπτυξη της σταδιοδρομίας». Η έννοια του Ε.Π., ασφαλώς συνδέεται με την ψυχολογία της εργασίας, την ψυχομετρία και την παιδαγωγική, ενώ οι όροι «ανάπτυξη» και «σταδιοδρομία» εμπεριέχουν, με δυναμικό περιεχόμενο, στοιχεία της οικονομίας και της κοινωνιολογίας της εργασίας και των επαγγελμάτων.

Στην αγγλική γλώσσα, κυρίως στις χώρες με αγγλοσαξωνική προέλευση, χρησιμοποιούνται οι όροι “career counseling” και “career guidance”. Επιπλέον, συναντώνται και οι όροι “occupational orientation” και “career orientation”. Ο όρος “career counseling” συνδέεται περισσότερο με την ψυχολογία και τη συμβουλευτική της υπόσταση, ενώ στην περίπτωση του “career guidance” εμπεριέχεται περισσότερο η έννοια της οδηγητικής, της καθοδήγησης ή της πλοήγησης στον κόσμο της εργασίας και μπορεί να υποτεθεί ότι είναι πιο κοντά στον κόσμο της οικονομίας και της εργασίας. Επίσης, οι άλλες δύο ορολογίες που χρησιμοποιούνται, όπως και ο αντίστοιχος όρος στην ελληνική, δηλαδή «επαγγελματικός προσανατολισμός» ή «προσανατολισμός καριέρας», εμπεριέχουν ιδιαίτερα έντονο το οικονομικό στοιχείο. Στη διεθνή βιβλιογραφία, οι αναφορές στον όρο career guidance, είναι με γεωμετρική πρόοδο τα τελευταία χρόνια πολλαπλάσιες του όρου career counceling[9].

Ανακεφαλαιώνοντας, συμπεραίνεται ότι ο Ε.Π. ή η συμβουλευτική σταδιοδρομίας, αποτελεί διεπιστημονικό επιστημονικό κλάδο όπου συναντώνται κυρίως η ψυχολογία, και η οικονομική της εργασίας που αποτελούν και τους κύριους άξονες του παρόντος έργου. Σημαντικές συνιστώσες του θεσμού είναι η κοινωνιολογία της εργασίας ή κοινωνιολογία των επαγγελμάτων και ασφαλώς η παιδαγωγική. Ο διεπιστημονικός ή ολιστικός χαρακτήρας του θεσμού, εξηγεί και το γεγονός ότι διεθνώς διδάσκεται κυρίως σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Ο Ε.Π. εξ’ όσων είναι γνωστό, δε διδάσκεται συνήθως ως αυτοτελές αντικείμενο σπουδών σε επίπεδο πρώτου Πανεπιστημιακού πτυχίου, ενώ υπάρχουν συναφείς σπουδές σε επίπεδο Μάστερ και βέβαια σε επίπεδο διδακτορικού. Πιο πρόσφατα έχουν ακουστεί εισηγήσεις για την καθιέρωση πτυχιακής κατεύθυνσης στον ίδιο κλάδο, λόγω της αυξανόμενης σημασίας του θεσμού που συνδέεται με τις ταχύτατες εξελίξεις στον κόσμο της εργασίας και των επαγγελμάτων[10].

Η ευρύτερα καθιερωμένη διεθνής πρακτική, που συναντάται και σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, είναι να υπεισέρχονται ως επαγγελματίες στο θεσμό, επιστήμονες από διάφορους κλάδους των κοινωνικών ή και άλλων επιστημών, οι οποίοι αποκτούν εξειδικευμένες γνώσεις Ε.Π. ή συμβουλευτικής σταδιοδρομίας μέσω ειδικών μεταπτυχιακών προγραμμάτων ή σεμιναριακών κύκλων. Στην Αθήνα, όπως είναι γνωστό, λειτουργεί ένα διετές μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Συμβουλευτικής και Επαγγελματικού Προσανατολισμού» στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο τμήμα Φ.Π.Ψ. (Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία), όπου μέχρι πριν από λίγα χρόνια η κυρίαρχη οπτική και το περιεχόμενο των μαθημάτων εστιαζόταν στην ψυχολογία και την παιδαγωγική. Πιο πρόσφατα, έγινε κατανοητή η ανάγκη να εισαχθεί και η οικονομική και κοινωνιολογική διάσταση του ζητήματος, γι’ αυτό και προστέθηκαν αρκετά σχετικά μαθήματα[11]. Επίσης, στην ΑΣΠΑΙΤΕ διδάσκεται με ιδιαίτερη βαρύτητα ο Ε.Π., ενώ συναφές μεταπτυχιακό πρόγραμμα έχει δημιουργηθεί και στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

[1]Σχετικά με το θέμα αυτό, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο απευθυνόμενος στο 11ο Συνέδριο της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUL), στη Σεβίλλη στις 21 Μαίου 2007, επέμενε στην «ταχύτατη προσαρμογή στις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης με εργαλείο την αποκαλούμενη ευέλικτη εργασία με ασφάλεια και την προσήλωση στην κοινωνική οικονομία της αγοράς».

[2] Βλ. Hansen, L. S., Dagley, J. C., Engels, D. W., Goodman, J., Hayslip, J. B., Herr, E. H., et al. (2000). Επίσης, Βλαχάκη, Φ. (2007). Για τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και τις νέες εξελίξεις στον Ε.Π., βλ. επίσης εισηγήσεις-άρθρα στην ίδια ως άνω έκδοση των Κρίβα, Σ., Καλαβά-Μυλωνά, Ν., Χαροκοπάκη, Α., Παλαιοκρασάς, Σ., Καλούρη, Ουρ., Παπάς, Γ., Λιβανός, Η. Επίσης, βλ. εισηγήσεις-άρθρα των: Παπά, Γ., Κουτρούκη, Θ., Τούμπα, Λ., Κιτσόπουλου, Χ., Κρίβα, Σ., Γκιζιάκη, Κ., Κουτσαύτη, Μ., Φακιολά, Ν., Κασσωτάκης, Μ., Χανδολιά, Γ., Τσολακίδου, Σ., Χαραλαμπίδου, Μ., στο τεύχος 74-75 του περιοδικού Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού της ΕΛ.Ε.ΣΥ.Π., όπου δημοσιεύτηκαν τα πρακτικά του πανελλήνιου συνεδρίου με θέμα «Η επαγγελματική συμβουλευτική στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας», 4-5/12/2004. Επίσης, βλ. Πρακτικά του Α’ διεθνούς συνεδρίου του ΕΚΕΠ στις 9-11/5/2001 με θέμα: Εξελίξεις στη συμβουλευτική και τον επαγγελματικό προσανατολισμό στην αυγή του 21ου αιώνα. Επίσης, Τζεκίνης, Χ., Swats, G. (2001). Επίσης, Chisholm, L (2004). Επίσης, Wanna, J. (2004, ed.). Watts, A. G., Fretwell, D. (2003). Επίσης, Sultana, R.G., Watts, A.G. (2005). Επίσης, βλ. ιστοσελίδα www.iccdpp.org, (International Center for Career Development and Public Policy). Επίσης, www.ncda.org (National Career Development Association). Επίσης, www.milesmorgan.com.au (Australian blueprint for career development).

[3] Σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει στις ΗΠΑ, ένας μέσος εργαζόμενος αλλάζει δέκα εργασίες στη διάρκεια της εργασιακής ζωής του μεταξύ 18 και 65 ετών. Οι επτά από τις δέκα αυτές εργασίες αφορούν τα δέκα πρώτα χρόνια. Η μέση διάρκεια της εργασίας σε νεαρά άτομα κάτω των 25 ετών είναι πολύ μικρή, περίπου τρεις μήνες. Επιπλέον, το 40% των εργαζομένων πάνω από 40 ετών διατηρεί μια εργασία πάνω από 20 χρόνια ή και περισσότερο. Βλ. Κατσανέβας, Θ. (2007), σελ. 71. Επίσης βλ., Topel, R., Ward, M. (May 1992). Επίσης, Hall, R. (September 1982). Επίσης, Holmund, B. (1984). Για το ενδιαφέρον ζήτημα της κινητικότητας εργασίας στην Ελλάδα, βλ.: Κασιμάτη, Κ. (1980). Επίσης, Κιουλάφας, Κ. (1992).

[4] Μια πρώτη γεύση ενός τέτοιου μοντέλου είναι η καθιέρωση των Κέντρων Επαγγελματικού Προσανατολισμού σε κάθε Δήμο, όπως καθιερώνονται πρόσφατα και στην Ελλάδα από το νέο κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που ψηφίστηκε με το Νόμο 3463/2006 ως αποτέλεσμα σχετικών προτροπών από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

[5] Βλ. Φακιολάς, Ν. (2005). Επίσης βλ. Μυλωνά-Καλαβά, Ν. (2005). Επίσης, Θεοφίλου, Π. (2005).

[6] Η ονομασία αυτή προτείνεται από την ανέκδοτη μελέτη του ΕΚΕΠ (2004) σχετικά με την πιστοποίηση των Συμβούλων Ε.Π.

[7] «…η συμβουλευτική ανήκει στο χώρο της εφαρμοσμένης ψυχολογίας», Κασσωτάκης, Μ. (2004). «Σε παλαιότερες μελέτες, ο επαγγελματικός προσανατολισμός θεωρείται νέος κλάδος των παιδαγωγικών επιστημών». ibid, σελ. 45. Για τους διάφορους ορισμούς που δίνονται στην έννοια της συμβουλευτικής, βλ. επίσης Κοσμίδου-Hardy, X., Γαλανουδάκη-Ράπτη Αθ. (1996). Επίσης, βλ. ανέκδοτη μελέτη του Εθνικού Κέντρου Επαγγελματικού Προσανατολισμού σχετικά με την πιστοποίηση των Συμβούλων-Ε.Π. (2004).

[8] Η μελέτη αυτή καθ’ εαυτή της φύσης, του περιεχομένου, του αντικειμένου, της ταξινόμησης, των προοπτικών των επαγγελμάτων αποτελεί μια επίπονη και ξεχωριστή επιστημονική διεργασία, που δικαιολογεί ίσως την ανάπτυξη ενός εξειδικευμένου κλάδου της οικονομίας, της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας της εργασίας, αυτόν της «επαγγελματολογίας».

[9] Βλ. υποσημείωση 5.

[10] Η άποψη αυτή συνδέεται με τη διαπίστωση ότι οι ταχύτατες σύγχρονες εξελίξεις επιβάλλουν μια τέτοια δυναμική: Βλ. Κασσωτάκης, Μ. (2004), σελ. 37.

[11] Ορισμένα από τα μαθήματα αυτά, έχει διδάξει και ο συγγραφέας του παρόντος, όπως και άλλοι επιστήμονες ειδικοί στην οικονομία και την κοινωνιολογία της εργασίας, όπως οι Νίκος Φακιολάς, Κώστας Κάρμας, Γιώργος Παππάς.