1. 2. Ο ρόλος των γονέων[1]

 

Οι γονείς μπορούν και οφείλουν να βοηθούν τα παιδιά τους στην επιλογή σπουδών και επαγγέλματος[2]. Το πρώτο τους βήμα είναι να αποδεχτούν ότι την κρίσιμη αυτή απόφαση δε θα την επιβάλουν οι ίδιοι. Οι γονείς λένε τη γνώμη τους, αλλά τα παιδιά αποφασίζουν[3]. Είναι δική τους η ζωή, όπως και οι ευθύνες για το μέλλον τους. Ίσως η πιο χρήσιμη συμβουλή των γονέων στα παιδιά τους, είναι να τους πείσουν ότι πρέπει να προετοιμαστούν κατάλληλα και να ασχοληθούν σοβαρά πριν καταλήξουν στην πιο κρίσιμη απόφαση της ζωής τους, αυτή που αφορά την επιλογή σπουδών και επαγγέλματος. Οι γονείς μέσα σε κλίμα ζεστασιάς, αλληλοκατανόησης και αλληλοσεβασμού πλησιάζουν, συζητούν, διαβουλεύονται με τα παιδιά τους, για τις καλύτερες δυνατές επαγγελματικές διαδρομές στο μέλλον. Κατανοούν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις, τις αβεβαιότητες και τις ιδιαιτερότητές τους, που είναι σύνηθες φαινόμενο στην κρίσιμη περίοδο της εφηβείας. Οι γονείς είναι πάντα εκεί, όταν τους χρειάζονται τα παιδιά τους κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την περίπτωση που εξετάζουμε. Οι γονείς λένε τη γνώμη τους, που όμως τη στηρίζουν σε καλή γνώση του όλου ζητήματος. Γνώση για τα ενδιαφέροντα, τις κλίσεις, τις προτιμήσεις, τα ταλέντα, τις ικανότητες και δεξιότητες των παιδιών τους. Για τις επιθυμίες, τις αξίες, το χαρακτήρα και την προσωπικότητά τους. Γνώση για τις εκπαιδευτικές επιλογές, το επίπεδο, την περιοχή που προσφέρονται. Για την κατάσταση της αγοράς εργασίας και των επαγγελματικών προοπτικών. Για τα επαγγέλματα, το αντικείμενο και το περιεχόμενό τους, τις συνθήκες, και τις αμοιβές εργασίας. Και πάνω απ’ όλα, διερευνούν με ιδιαίτερη σωφροσύνη και προσφυγή σε ειδικούς, για τα επαγγέλματα που ταιριάζουν πραγματικά στα παιδιά τους και όχι για όποια νομίζουν ότι τους ταιριάζουν. Για το σκοπό αυτό, οφείλουν να αφιερώσουν χρόνο, ενέργεια και προσωπικό ενδιαφέρον. Να συζητήσουν με συμβούλους καριέρας, εκπαιδευτικούς και γενικότερα με ειδικούς για τα σχετικά ζητήματα. Να διατηρήσουν τακτική επαφή με το σχολείο, ή το φροντιστήριο των παιδιών τους. Να αναζητήσουν τα κατάλληλα, σύγχρονα και έγκυρα τεστ επαγγελματικού προσανατολισμού. Να αξιοποιήσουν τη γνώση, τις εμπειρίες, τις γνωριμίες συγγενών και φίλων. Να προσφύγουν σε αξιόπιστες δημοσιεύσεις και πληροφορίες, αποφεύγοντας ορισμένες πρόχειρες και αναξιόπιστες πηγές που εμφανίζονται κυρίως σε κάποια έντυπα.

Οι σκεπτόμενοι και προβληματισμένοι γονείς, οφείλουν και μπορούν να κάνουν τη δική τους προσωπική έρευνα, να αυτομορφωθούν, να γίνουν όσο γίνεται καλύτεροι γνώστες του όλου ζητήματος. Τα παιδιά τους, είναι η συνέχεια τους στο μέλλον. Και «το μέλλον δεν έρχεται μόνο του αν δεν κάνουν κάτι και εκείνοι γι’ αυτό»[4].

Ορισμένοι γονείς χαρακτηρίζονται από υπερπροστατευτική συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά τους. Αυτό είναι λάθος πρακτική. Στη σημερινή εποχή, είναι πιο αποτελεσματικό να συζητούν, να συμβουλεύουν και να διαβουλεύονται με διακριτικό και έμμεσο τρόπο μαζί τους, αντί να θέλουν να επιβάλουν αυταρχικά τη δική τους θέληση. Ορισμένοι γονείς επιδιώκουν να επιβάλουν τις δικές τους επιθυμίες ή και απωθημένα, για τις σπουδές και το επάγγελμα που θα επιλέξουν οι γιοι και οι κόρες τους, όπως λ.χ. η ιατρική ή η νομική, γιατί τις θεωρούν εισιτήριο για κοινωνική και οικονομική άνοδο. Ορισμένοι άλλοι, τους πιέζουν περισσότερο απ’ όσο είναι ανεκτό, για να ακολουθήσουν το δικό τους επάγγελμα ή τη δική τους επιχειρηματική δραστηριότητα.

Στη σημερινή εποχή, αυτές οι παρωχημένες πρακτικές, έχουν συνήθως το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Οι νέοι συχνά λειτουργούν αρνητικά ή και ανατρεπτικά απέναντι στις παλαιότερες γενιές και ειδικότερα απέναντι σε γονείς με υπερπροστατευτική συμπεριφορά. Ενώ πολλές φορές οι τελευταίοι μπορεί να έχουν δίκιο όταν επιμένουν για την επιλογή μιας ορισμένης καριέρας για τους «διαδόχους» τους, το χάνουν εξαιτίας του επίμονου και πατερναλιστικού τρόπου με τον οποίο θέλουν να το επιβάλουν. Συχνά η οικογενειακή επιχείρηση, το επάγγελμα του πατέρα ή της μητέρας, είναι μια ενδιαφέρουσα προοπτική για το εργασιακό μέλλον των νέων. Αυτό ίσχυε πάντοτε και υπάρχουν άπειρα παραδείγματα συνέχισης του γονικού επαγγέλματος, συνήθως από το γιο και σε λιγότερες περιπτώσεις από την κόρη. Ανεξάρτητα από τις όποιες ενστάσεις που μπορεί να υπάρχουν γενικότερα, θα ήταν σε βάρος του ατομικού συμφέροντος των νέων, να παραγνωρίζεται το προβάδισμα που τους παρέχει η οικογενειακή παράδοση και η ύπαρξη ενός αξιόμαχου επαγγελματικού εφαλτηρίου. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει και εφησυχασμό. Γιατί συχνά «είναι δυσκολότερο να κρατήσεις κάτι, από το να το αποκτήσεις από την αρχή»[5].

Η συνέχιση της επαγγελματικής δραστηριότητας του γονέα, είναι συνετή πράξη με μια απαραίτητη και βασική προϋπόθεση: ο χαρακτήρας, τα πραγματικά ενδιαφέροντα, οι κλίσεις, οι ικανότητες και οι δεξιότητες του νέου, να ταιριάζουν με το συγκεκριμένο επάγγελμα. Ή, στη χειρότερη περίπτωση, να μην είναι εντελώς ασύμβατα μεταξύ τους. Όταν ορισμένα παιδιά τελικά υποχωρούν στις πιέσεις των γονέων και ακολουθούν σπουδές και επαγγέλματα που δεν τους ταιριάζουν, τότε τους αναμένουν δυσάρεστες εργασιακές περιπέτειες και αποτυχίες, για τις οποίες την καθοριστική ευθύνη φέρουν φυσικά οι γονείς. Σε άλλες περιπτώσεις, ορισμένοι θεληματικοί νέοι με ισχυρή προσωπικότητα, επιλέγουν ένα δρόμο σπουδών και επαγγέλματος με προσωπική τους εμμονή και ευθύνη. Όταν η επιλογή αυτή δεν είναι προϊόν προσωπικού πείσματος, ή επιπόλαιων εξωγενών επιρροών, αλλά στηρίζεται σε σοβαρή γνώση των προσωπικών δυνατοτήτων, ταλέντων και επιθυμιών, τότε οι γονείς δεν μπορούν παρά να αποδεχτούν την επιλογή αυτή, ακόμη και όταν οι εργασιακές προοπτικές του συγκεκριμένου επαγγέλματος, εμφανίζονται ιδιαίτερα δυσοίωνες και ανταγωνιστικές. Ένας νέος ή μια νέα, λόγου χάριν, που επιμένει να ακολουθήσει το δύσκολο και δύσβατο δρόμο του ηθοποιού, δεν αποκλείεται τελικά να πετύχει αυτό που ονειρεύεται, με τη βασική προϋπόθεση φυσικά ότι διαθέτει το φυσικό ταλέντο και την επιμονή που απαιτεί το επάγγελμα αυτό[6]. Αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει, τότε οι γονείς θα μπορούσαν να προσφύγουν σε συμβούλους σταδιοδρομίας που θα συζητήσουν και διαβουλευτούν με τον ενδιαφερόμενο για να του προτείνουν και όχι φυσικά να του επιβάλουν, την ανάκληση μιας τέτοιας απόφασης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μελλοντικές περιπέτειες.

Παρόλα αυτά, αν το συγκεκριμένο άτομο, επιμένει με συνέπεια στην αρχική του απόφαση, τότε τίποτα δε θα μπει εμπόδιο. Και δεν είναι εντελώς απίθανο παρ’ όλες τις ενστάσεις, να τα καταφέρει στο τέλος, αφού η επιμονή και η συνέπεια με τις οποίες επιδιώκεται ένας στόχος, αποτελεί πολύ σημαντικό όπλο για την επίτευξή του. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποκλείεται να είχε γίνει λάθος αρχική διάγνωση και το συγκεκριμένο άτομο να διαθέτει εκτός από ισχυρή θέληση, το απαραίτητο ταλέντο και τις ικανότητες για να πετύχει ως ηθοποιός. Άλλωστε, λέγεται πως και ο Αϊνστάιν είχε αρχικά μέτριες επιδόσεις στο σχολείο στα μαθηματικά και τελικά έγινε ο μεγαλύτερος μαθηματικός της σύγχρονης εποχής. Γι’ αυτό και εδώ ίσως ταιριάζει να παραφράσουμε τη ρήση του Κομφούκιου, που αναφέρει πως «όταν ξέρεις τι θέλεις και τι μπορείς, οι πάντες υποχωρούν»[7]. Ανακεφαλαιώνοντας, επισημαίνεται ότι οι γονείς οφείλουν να βρουν χρόνο και τρόπο για να ασχοληθούν σοβαρά με το μέλλον των παιδιών τους. Να διερευνήσουν σφαιρικά και όσο βαθύτερα γίνεται το όλο ζήτημα, να αποκτήσουν και οι ίδιοι τις κατάλληλες γνώσεις, έτσι ώστε η γνώμη τους να έχει βαρύτητα και εγκυρότητα. Όταν το πετύχουν αυτό, μπορούν χαλαρά και χωρίς διάθεση επιβολής, να εκφέρουν τη γνώμη τους. Το παιδί θα αντιληφθεί ότι η γνώμη αυτή είναι σοβαρή, είναι προϊόν κόπου και προσπάθειας, γι’ αυτό και θα είναι πολύ πιο σωστή, αξιόπιστη και πειστική. Και τότε το χρέος του γονέα στη χάραξη της πορείας ζωής του παιδιού του, θα έχει επιτελεστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

[1] Ο ρόλος των γονέων ,αν και παρουσιάζεται και σε άλλα σημεία του παρόντος,. Κρίθηκε σκόπιμο λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του, να παρατεθεί και αυτοτλώς εδώ.

[2] Για το ρόλο των γονέων, μεταξύ άλλων, βλ. Κασσωτάκης, Μ. (1992). Η ενημερωτική και η συμβουλευτική λειτουργία του Σ.Ε.Π. μια προσπάθεια αξιολόγησής τους. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, τ. 20-21, σελ. 79-78. Επίσης, Φλουρής, Γ. Σ. (1989).

[3] «Ένας έκαστος λέγω εαυτού άρχοντα» (Καθένας είναι κυρίαρχος του εαυτού του), Πλάτων.

[4] Η ρήση αυτή αποδίδεται στον Μαγιακόφσκι.

[5] «Το φυλάξαι τα αγαθά χαλεπότερον του κτήσασθαι», Δημοσθένης. «Ό,τι κληρονομήσεις από τον πατέρα σου, ξαναδούλεψέ το για να το κατέχεις καλά», Φάουστ.

[6] «Τα όνειρα δεν φυλακίζονται αλλά ούτε πρέπει να σκορπούν στον άνεμο…»

[7] Στην παγκόσμια ιστορία υπάρχουν πάμπολλες περιπτώσεις ατόμων που με τη δύναμη της ισχυρής θέλησης που διέθεταν, είχαν μεγάλη επιτυχία στη ζωή τους, σε πείσμα σημαντικών προσωπικών τους παθήσεων και αρνητικών προϋποθέσεων. Μεταξύ άλλων, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μεγάλου ρήτορα της αρχαιότητας Δημοσθένη που ήταν δυσλεκτικός, του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ιουλίου Καίσαρα, που έπασχε από επιληψία, του διαπρεπούς πολιτικού Ουίνστον Τσώρτσιλ, που τον βασάνιζαν κρίσεις κατάθλιψης, της μουσουλμάνας Μπεναζίρ Μπούτο, που έγινε πρωθυπουργός της χώρας της, του Πακιστάν, της μεγάλης χορεύτριας κλασσικού χορού Μαργκότ Φοντέιν που ήταν ραχιτική, του μαύρου, τυφλού και ορφανού Ραίη Τσαρλς, που κατάφερε να απεμπλακεί από τα ναρκωτικά και να διαπρέψει ως μουσικός και πολλών άλλων. Ο Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε γράμμα προς τον πατέρα του έγραφε: «γεννήθηκα ποιητής, όπως άλλοι γεννιούνται μηχανικοί ή όμορφοι και δεν μπορείς να με κάνεις ν’ αλλάξω».